Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012

Hugo




του Μάρτιν Σκορτσέζε
με τους Τζουντ Λο, Άσα Μπάτερφιλντ, Κλόι Γκρέις Μόρετζ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Σάσα Μπαρόν Κοέν, Ρέι Γουίνστοουν, Κρίστοφερ Λι, Ματιέ Αμαλρίκ, Έμιλι Μόρτιμερ, Μάικλ Στούλμπαργκ


Υπόθεση:  
Παρίσι, δεκαετίας του '30 : Ένα 12χρονο ορφανό αγόρι, ο Χιούγκο Καμπρέ, κατοικεί στις εσωτερικές στοές του σιδηροδρομικού σταθμού στο κέντρο της πόλης, φροντίζοντας τα ρολόγια του πολυσύχναστου σταθμού και ζει κλέβοντας από τους πάγκους των καταστημάτων που υπάρχουν στο σταθμό. Σταθερή παρέα του, ένα μυστηριώδες ανθρωπόμορφο μηχάνημα που έχει στο κέντρο του μία υποδοχή για ένα κλειδί σε σχήμα καρδιάς, το οποίο αποτελεί και το μόνο πράγμα που του έχει απομείνει από τον πατέρα του. Όταν ο κόσμος του συνδέεται ξαφνικά -σαν τα γρανάζια των ρολογιών που φροντίζει- με ένα εκκεντρικό κορίτσι που λατρεύει τα βιβλία και τις περιπέτειες κι έναν πικρόχολο γέρο, ιδιοκτήτη ενός μικρού καταστήματος παιχνιδιών στο σταθμό, η μυστική ζωή και το πολύτιμο μυστικό του Χιούγκο που τον συνδέει με το νεκρό πατέρα του, κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν. Ένα αινιγματικό σχέδιο, ένα πολύτιμο σημειωματάριο, μια κλειδαριά σε σχήμα καρδιάς, ένα κλεμμένο κλειδί, ένας μηχανικός άνθρωπος και το καλά κρυμμένο μήνυμα του νεκρού πατέρα του Χιούγκο απαρτίζουν τη ραχοκοκαλιά αυτής της περίπλοκης, τρυφερής και μαγευτικής ιστορίας ενός παιδιού αλλά και του ίδιου του κινηματογράφου που φτάνει και ενίοτε ξεπερνά τα όρια της μαγείας...



Το "ερωτικό γράμμα" του Σκορτσέζε στον βωβό κινηματογράφο και τις ρίζες της 7ης Τέχνης στον Γάλλο πρωτοπόρο Μελιές...
Ο Σκορτσέζε για άλλη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα μετά το περσινό "Νησί των Καταραμένων (Shutter Island)". Αυτή τη φορά αφήνει στην άκρη τα θρίλερ και τα ντοκιμαντέρ και δοκιμάζει το πηγαίο του ταλέντο στη φόρμα ενός παραμυθιού. Ενός σουρρεαλιστικού παραμυθιού, που εμπνέεται από αληθινά γεγονότα. Μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως οικογενειακή ταινία, όμως έχει τέτοια ουσία που μόνο οι ενήλικες μπορούν διαισθανθούν βαθύτερα καθώς μας προσκαλεί σ΄ένα ταξίδι στο χρόνο με νοσταλγία, θαυμασμό, συγκίνηση.
Ακολουθώντας τα χνάρια του THE ARTIST, επιστρέφει στις ρίζες του κινηματογράφου αποτίοντας φόρο τιμής, στον πρωτοπόρο Γάλλο δημιουργό Ζορζ Μελιέ, ενώ από μπροστά μας περνάνε τα είδωλα της εποχής όπως στο οραματικό ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ του Γούντι Άλλεν.
Ο HUGO είναι η ειλικρινής ενσάρκωση της κινηματογραφικής αυθεντίας, ένα παιδί που μεγάλωσε με το Κινηματογραφικό Όνειρο να στοιχειώνει την ύπαρξή του. Ο HUGO είναι ο ίδιος ο Σκορτσέζε στην τρυφερή παιδική ηλικία που αναζητά τα πρότυπα και την περιπέτεια. Το ρομπότ που ζωντανεύει, εκτός της ομοιότητάς του με το αντίστοιχο του ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ του Φριτς Λανγκ, είναι περισσότερο ρεαλιστικό απ΄ότι θα υπέθετε κανείς βλέποντας ένα παραμύθι. Και πως να εκφραστεί μεταφυσικά, όταν η πλήρης λειτουργία του βασίζεται στις επιστήμες; Οι συμβολισμοί που αναγκαστικά περιστρέφονται στον άξονα ζωής - Τέχνης, δίνουν με πολύ εμπνευσμένο τρόπο την ευκαιρία για ένα ριζοσπαστικό σχόλιο στην βιομηχανία των Ονείρων και του Θεάματος, μέσω της πρωτοποριακής εφεύρεσης. Ο Σκορτσέζε οραματίζεται τον κόσμο όπως ο ήρωάς του κι εκφράζεται παίρνοντας ιδέες από τους καινοτόμους επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η επισκευή του ρομπότ, είναι ουσιαστικά το ζωντάνεμα της 7ης Τέχνης με την επιστήμη. Η μυστική συνταγή που θα την αναστήσει χαρίζοντας στον κόσμο όνειρα κι ελπίδα. Ο Σκορτσέζε με αληθινή συγκίνηση και νοσταλγία για το παρελθόν αλλά και βαθιά ανησυχία και προβληματισμό για το μέλλον κάνει μια σινεφιλική κατάθεση ψυχής.
Στο ρόλο του Hugo, ο Άζα Μπάτερφιλντ, στο ρόλο του πρώτου σουρρεαλιστή κινηματογραφιστή Μελιέ, ο Μπεν Κίνγκσλεϊ και στον ρόλο του Επιθεωρητή του Σιδηροδρομικού Σταθμού, ο Σάσα Μπαρόν Κοέν, αποδίδουν ξεχωριστά τους κύριους χαρακτήρες του βιβλίου του Τζον Λόγκαν και κλέβουν την παράσταση. Αξιόλογα σύντομα περάσματα στους δεύτερους ρόλους, σημειώνουν ο πατέρας του μικρού Hugo, Τζουντ Λο, ο θείος του, Ρέι Γουίνστον, και η εμβληματική φυσιογνωμία του Κρίστοφερ Λι. Ακόμα, όπως ο Χίτσκοκ στις ταινίες του, ένα ευχάριστο πέρασμα - έκπληξη κάνει κι ο ίδιος ο Σκορτσέζε, που εμφανίζεται για λίγο στο ρόλο ενός ... φωτογράφου!
Όλα αυτά αναγνωρίστηκαν από την Ακαδημία Κινηματογράφου της Αμερικής που το φιλοδώρησε με 11 (τις περισσότερες από κάθε άλλη ταινία) υποψηφιότητες Όσκαρ φέτος, καθόλα άξιο. Ο Μπεν Κίνγκσλεϊ είναι "αχτύπητος" δείχνοντας ότι οι βετεράνοι δε θα πρέπει να θεωρούνται ξεγραμμένοι (δείτε επίσης τον εκπληκτικό Κρίστοφερ Πλάμερ (ΟΙ ΠΡΩΤΑΡΗΔΕΣ / THE BEGINNERS) και τον Μαξ Φον Σίντοβ (ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΚΟΝΤΑ / EXTREMELY LOUD AND INCREDIBLY CLOSE) που δίκαια κέρδισαν υποψηφιότητες Όσκαρ Β' Ρόλου).







The Artist



Η ιστορία μοιάζει απλή: ο George Valentin (Jean Dujardin) είναι ένας αστέρας του βωβού κινηματογράφου στο Hollywood του '20. Ωστόσο δε βρισκόμαστε μονάχα στο τέλος μιας δεκαετίας, αλλά και σε ένα διττής σημασίας χρονικό μεταίχμιο. Ο ερχομός του ομιλούντος κινηματογράφου και το οικονομικό κραχ αλλάζουν τα δεδομένα στη ζωή του George, ο οποίος βλέπει την καριέρα του να ξεθωριάζει απότομα, μιας και η κινηματογραφική βιομηχανία εντάσσεται ταχύτατα στην εποχή του "ήχου" και αναζητά νέα αστέρια πάνω στα οποία θα επενδύσει. Ένα από αυτά είναι η νεαρή και όμορφη Peppy Miller (Berenice Bejo) που από κομπάρσος μετατρέπεται σε λαμπερή πρωταγωνίστρια. Η τυχαία γνωριμία των δύο τους όμως, που λαμβάνει χώρα προτού ξεκινήσουν όλες οι προαναφερθείσες δραματικές αλλαγές, παίζει το δικό της κρίσιμο ρόλο στην ιστορία...
Σε καιρούς που το 3D έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, η ύπαρξη μίας σύγχρονης βωβής ταινίας προκαλεί ανοικτά την περιέργεια του ανήσυχου κοινού. Με μία πρώτη, επιδερμική ανάγνωση της υπόθεσης η ταινία του Hazanavicius είναι απλώς ένα ρομαντικό δράμα προσηλωμένο σε δύο ήρωες - έξοχα ερμηνευμένοι από τους πρωταγωνιστές - που η μοιραία γνωριμία τους προκύπτει ενώ ακολουθούν αντιδιαμετρικές τροχιές.
Το στοιχείο, ωστόσο, που ανατρέπει τα δεδομένα δεν είναι απλώς το εύρημα της σιωπής, της παντελούς έλλειψης διαλόγων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος το αξιοποιεί προκειμένου να πειραματιστεί τόσο με το ίδιο το μέσο όσο και με τα κινηματογραφικά είδη. Από τεχνικής άποψης, το «The Artist» υιοθετεί τετράγωνο κάδρο (1,33:1), η φωτογραφία είναι λεπτομερώς προσεγμένη, έτσι ώστε να εντείνει την ψευδαίσθηση του θεατή ότι ταξιδεύει πίσω στα χρόνια του βωβού κινηματογράφου.
Το «The Artist» είναι επί της ουσίας ένα ατελείωτο gag, ένα ασταμάτητο πείραγμα και κλείσιμο του ματιού τόσο προς το θεατή, όσο και προς την ίδια την εξέλιξη της κινηματογραφικής ιστορίας. Μέσα από την αναντίρρητα μελοδραματική ιστορία του George Valentin, ξεπηδούν συνεχώς στιγμές σπαρταριστού γέλιου. Ακόμα και ο ήχος, για χάρη του οποίου γίνονται σχεδόν όλα, παρεισφρέει στην ταινία με τρόπο αναπάντεχο και ιδιοφυή. Τα πανέξυπνα ωστόσο κωμικά ευρήματα διαδέχονται οι λεγόμενες "πικρές" στιγμές της πλοκής, ενταγμένα όλα σε μία ιδανική αρμονία, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα η κωμωδία με το ρομαντικό δράμα να διαπλέκονται μοναδικά.
Αν όμως δούμε βαθύτερα, θα αντιληφθούμε πως ο Hazanavicius ανοίγει διάλογο με το ίδιο το κινηματογραφικό μέσο και με τη μακρόχρονη εξέλιξή του. Καθόλου τυχαία, διηγείται μία ιστορία τοποθετημένη σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, εκείνο της μετάβασης από το "βωβό" στον "ήχο", τη στιγμή που επιλέγει να γυρίσει τη συγκεκριμένη ταινία εν μέσω μίας ακόμα τεχνολογικής μετάβασης, όπου το σινεμά στρέφεται ολοένα και πιο δυναμικά προς το digital και το 3D. Το γεγονός ότι κατορθώνει να κομίσει το μήνυμα της διαχρονικότητας της κινηματογραφικής γλώσσας ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς "κατακλυσμικές" αλλαγές (π.χ. ήχος, χρώμα) και ερχομούς (π.χ. τηλεόραση) που απειλούν να την καταστρέψουν ή να την αλλοιώσουν, αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας του Hazanavicius. Γιατί το «The Artist», δεν αποτελεί απλώς έναν φόρο τιμής στο παλιό Hollywood, ένα βαθιά νοσταλγικό φιλμ για τα χρόνια του βωβού κινηματογράφου και του swing, την εποχή του Chaplin και του Keaton ούτε μονάχα ένα υπέροχο σεμινάριο κινηματογραφικής ιστορίας για τις νεότερες γενιές θεατών.
Μεταξύ όλων των άλλων, αποδεικνύεται μία απροσδόκητη όσο και πολύτιμη υπενθύμιση ότι η ανθεκτικότητα των θεμελιωδών αρχών της κινηματογραφικής τέχνης δεν έχει να φοβηθεί καμία "φοβερή και τρομερή" τεχνολογική εξέλιξη. Και, φυσικά, μπορούμε να γελάμε άφοβα με τις εκάστοτε γραφικές Κασσάνδρες που σκούζουν, φοβούμενες πως το 3D, το digital video ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο θα μπασταρδέψουν αργά ή γρήγορα το σινεμά. Να είναι καλά ο Hazanavicius που έδειξε πανέξυπνα πως η κινηματογραφική γλώσσα είναι εκπληκτικά διαχρονική.



Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

Πορτρέτο στο λυκόφως









Ρωσία, 2011, HDCam Έγχρωμο, 105’
Σκηνοθεσία: Angelina Nikonova / Αγγελίνα Νικόνοβα
Σενάριο: Olga Dihovichnaya, Angelina Nikonova
Ηθοποιοί: Olga Dihovichnaya (Marina), Sergei Borisov (Andrey), Roman Merinov (Ilusha), Sergey Golyudov (Valera), Anna Ageeva (Tania)

Υπόθεση:

Η μέρα που μόλις ξεκινά για την ανυποψίαστη Μαρίνα θα εξελιχθεί κλιμακωτά σε εφιάλτη. Όταν την αφήνει ο εραστής της σε μια επικίνδυνη, απομακρυσμένη συνοικία της Μόσχας, εκείνη ξεκινά να γυρίσει σπίτι με τα πόδια. Αρχικά, σπάει το ένα της τακούνι. Ύστερα, καθώς κάθεται σ’ ένα καφέ να ξεκουραστεί, αντιμετωπίζει μια ακατανόητα εχθρική συμπεριφορά από την ξινή σερβιτόρα του μαγαζιού. Στην προσπάθειά της να κάνει οτοστόπ, της κλέβουν την τσάντα. Και λίγο μετά, τη βιάζουν τρεις αστυνομικοί. Η κομψή, εύπορη Μαρίνα δεν αφήνει την εικόνα της να τσαλακωθεί κι επιστρέφει σαν να μην έχει συμβεί τίποτα στον άντρα και στη ζωή της.


«Μία εξόχως εντυπωσιακή ταινία αποτελεί το ντεμπούτο της γεννημένης στη Ρωσία σκηνοθέτιδας Αγγελίνα Νικόνοβα. Χαμηλού κόστους παραγωγή, η ταινία είναι γυρισμένη ψηφιακά και αφηγείται την ιστορία μιας πλούσιας γυναίκας, που περιπλανιέται στη λάθος μεριά της περιφερειακής οδού της Μόσχας μετά τον ομαδικό βιασμό της. Το ύφος της ταινίας είναι περισσότερο ευρωπαϊκό παρά ρωσικό και όλα δείχνουν ότι θα συναντήσει θερμή υποδοχή στα διεθνή φεστιβάλ».
Variety



Ο ΕΧΘΡΟΣ - THE ENEMY

Ο ΕΧΘΡΟΣ - THE ENEMY του Ντέζαν Ζέτσεβιτς



Dejan Zečević, Σερβία-Βοσνία Ερζεγοβίνη-Κροατία-Ουγγαρία, 2011 


Βοσνία, 1995, η έβδομη μέρα της ειρήνης. Μια μονάδα μηχανικών καθαρίζει τα ναρκοπέδια στα σύνορα ανάμεσα στις –μέχρι πρότινος– αντιμαχόμενες παρατάξεις. Κάθε στρατιώτης κουβαλά το δικό του φορτίο από εμπειρίες που έζησε στην πρώτη γραμμή· καθένας τους αντιμετωπίζει με το δικό του τρόπο τους φόβους του. Κάποιοι έχουν αυτοκαταστροφικές τάσεις, κάποιοι χαίρονται που είναι ζωντανοί, άλλοι αναζητούν καταφύγιο στην προσευχή. Και τότε, στα χαλάσματα ενός κατεστραμμένου εργοστασίου, ανακαλύπτουν ένα εντοιχισμένο υπόγειο – και μέσα εκεί έναν άντρα, που κάθεται ήσυχα πίσω από ένα γραφείο, μ’ ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, σαν να τους περίμενε. Το κουτί της Πανδώρας ανοίγει...

Σάββατο 25 Ιουνίου 2011

Γλάρος του Άντον Τσέχωφ



Ημερομηνία : 27-28 Ιουνίου    Ώρα : 21:00pm
Τοποθεσία : Δραματική σχολή Ανδρέας Βουτσινάς ( Λέοντος Σοφού 18, 5ος Όροφος, Θέατρο  ''Cum Deo'')




Πληροφορίες : Η πρότυπη σχολή θεάτρου ''Ανδρέας Βουτσινάς'' παρουσιάζει το έργο του Άντον Τσέχωφ ''Γλάρος''




Σκηνοθεσία : Άννη Τσολακίδου
Βοηθός σκηνοθέτη : Νίκος Κουσούλης
Μουσική : Μαρία Κολτσίδα - Γιώργος Χαριτάκης




Παίζουν (με σειρά εμφάνισης) :


Μάσα : Ιωάννα Σταυρίδου
Μπεντβεντένκο : Νίκος Κουσούλης - Αλέξανδρος Φιλιππόπουλος
Τρέπλιεφ : Άλκιβιάδης Μαγγόνας
Νίνα : Μαρία Κολτσίδα - Ειρήνη Λιθοξοίδου
Αρκάντινα : Ευσταθία Καραδέδογλου - Αλεξάνδρα Κουτσουράδη
Τριγκόριν : Αλέξανδρος Φιλιππόπουλος - Νίκος Κουσούλης





















Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Στο επανιδείν...





Στην ταινία «Στο επανιδείν» του ιρανού σκηνοθέτη Μοχαμάντ Ρασούλοφ απονεμήθηκε το βραβείο «Ένα κάποιο βλέμμα» του 64ου Φεστιβάλ των Κανών.
Ο 37χρονος Ρασούλοφ, που είχε καταδικαστεί τον Δεκέμβριο σε εξαετή φυλάκιση, ταυτόχρονα με τον συμπατριώτη του κι ομότεχνο του Τζαφάρ Παναχί, για την παραγωγή ταινιών μη αρεστών στις αρχές, έλαβε την Τρίτη άδεια από τις ιρανικές αρχές για να ταξιδέψει.
Στην ταινία του «Στο Επανιδείν» ο Ρασούλοφ παρακολουθεί έναν νεαρό δικηγόρο στην Τεχεράνη, ο οποίος αγωνίζεται να εξασφαλίσει μία βίζα που θα του επιτρέψει να εγκαταλείψει τη χώρα. Η πλοκή προσφέρει στον σκηνοθέτη μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αφηγηθεί την πραγματικότητα της σύγχρονης αστικής κοινωνίας στο Ιράν, την καθημερινότητα των γυναικών, καθώς και το ασφυκτικό συναίσθημα του περιορισμού και της καταπίεσης που νοιώθει το υποκείμενο.
"Η ταινία γυρίστηκε το χειμώνα σχεδόν μυστικά και μπόρεσε να βγει από το Ιράν χάρη σε συνεργούς", είχε δηλώσει ο διανομέας της ταινίας νωρίτερα αυτή την εβδομάδα από τις Κάννες''

Η Όμορφη Πλευρά της θεσσαλονίκης...


Η περιοχή της Άνω Πόλης Θεσσαλονίκης που διασώθηκε από την πυρκαγιά του 1917 βρίσκεται στο βορειότερο και ψηλότερο τμήμα της παλιάς πόλης. Αρχίζει ουσιαστικά από τη βόρεια πλευρά της οδού Αγίου Δημητρίου φτάνοντας βόρεια ως τα τείχη της Ακρόπολης και δυτικά και ανατολικά ως τα αντίστοιχα Βυζαντινά Τείχη, που σώζονται σχεδόν ολόκληρα στην περιοχή. Παρόλο ότι η περιοχή δεν ερευνήθηκε με αρχαιολογικές ανασκαφές, είναι σχεδόν βέβαιο ότι στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και βυζαντινή εποχή δεν κατοικήθηκε, τουλάχιστον συστηματικά. Γειτονιές με κατοικίες δημιουργήθηκαν με την τουρκοκρατία, για να πυκνοκατοικηθεί η περιοχή στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα, καθώς εκτιμήθηκαν οι κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν (μικροκλίμα) και η υπέροχη θέα που προσφέρει ο τόπος

.

Στην περιοχή αυτή περιλαμβάνονται σημαντικά μνημεία της Θεσσαλονίκης όπως: τα Τείχη με την Ακρόπολη και το Επταπύργιο, ο ναός του Οσίου Δαβίδ (Μονή Λατόμου), ο ναός του Αγίου Νικολάου Ορφανού, ο ναός των Ταξιαρχών, η Μονή Βλατάδων, ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, ο ναός του Προφήτη Ηλία, ένας βυζαντινός λουτρώνας της πλατείας Κρίσπου, το Αλατζά Ιμαρέτ της οδού Κασσάνδρου, κ.ά.


Πέρα όμως από τα μνημεία αυτά, στην περιοχή της Άνω Πόλης διασώζεται σε πολλά τμήματα ο παλιός (παραδοσιακός) πολεοδομικός ιστός της πόλης με τους στενούς λιθόστρωτους δρόμους, τα αδιέξοδα, τα μικρά ξέφωτα και τις πλατείες και προπαντώς με τα μοναδικά σε λιτότητα, λειτουργικότητα και κομψότητα κτίματα της Λαϊκής Μακεδονίτικης Αρχιτεκτονικής. Τα κτίσματα αυτά, που κύρια συναντώνται στις περιοχές γύρω από τους ναούς των Ταξιαρχών, Οσίου Δαβίδ, Μονής Βλατάδων και στους δρόμους Δημ. Πολιορκητή, Αλεξ. Παπαδοπούλου, Θεοφίλου, Αντιόχου, Αμφιτρύωνα, Ηροδότου, Τσαμαδού και Σαχτούρη, δεν έχουν να επιδείξουν τίποτα το πομπώδες και το πολυτελές. Φτιαγμένα με φτωχά και ευτελή υλικά, επιβάλλονται με τη μορφή τους και τη λειτουργική (εσωτερική και εξωτερική) δομή τους. Τυπικό γνώρισμά τους η καθαρή αρχιτεκτονική τους διαρρύθμιση με πολλά στοιχεία κληροδοτημένα και από αυτήν ακόμα την αρχαία ελληνική και βυζαντινή παράδοση, οι αρχιτεκτονικές "προεξοχές" (σαχνισιά, το "ηλιακό" των βυζαντινών) και οι στεγασμένοι εξώστες ("χαγιάτια"), που αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο της Ελληνικής Λαϊκής Μακεδονίτικης Αρχιτεκτονικής. 





Τρίτη 24 Μαΐου 2011

To Δέντρο της Ζωής



Δύο μεγάλοι ηθοποιοί του Hollywood, ο Sean Penn και ο Brad Pitt συναντούνται για πρώτη φορά επί της μεγάλης οθόνης στην νέα ταινία του Terrence Malick με τίτλο “The Tree Of Life”.
Ο Jack O’ Brian (Sean Penn) είναι άγνωστος μεταξύ αγνώστων που εργάζεται και ζει στους ρυθμούς μίας μουντής σύγχρονης μεγαλούπολης. Παρά τους γρήγορους ρυθμούς της καθημερινότητάς του, η σκέψη του Jack είναι διαρκώς κολλημένη σε ερωτήματα που έχουν να κάνουν με την ύπαρξή του, την πορεία του στη ζωή άλλα και τον σκοπό της παρουσίας του ανθρώπου στο σύμπαν.
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνονται σταδιακά καθώς ο Jack μαζεύει ένα-ένα τα σκόρπια κομμάτια των αναμνήσεων του συνθέτοντας εκ νέου το πάζλ της ζωή του ενώ προσπαθεί παράλληλα να βρει την θέση του μέσα στο σύμπαν. Κάπως έτσι, ταξιδεύοντας με τις σκέψεις του ο Jack βρίσκεται και πάλι στην αυλή του πατρικού του σπιτιού στο Texas της δεκαετίας του 50, όπου σε ηλικία 10 ετών βιώνει ξανά την παιδική αθωότητα, την αγάπη και την συμπόνια όπως τα έμαθε από την μητέρα του (Jessica Chastain), αλλά έχοντας εκ νέου την εμπειρία του σκληρού προσώπου της ζωής μέσα από τις διδαχές του πατέρα του (Brad Pitt).
Η αγάπη, ο πόνος, ο θάνατος, πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις του χθες που φάνταζαν εντελώς διαφορετικά στα μάτια του 10χρονου Jack πλέον παίρνουν άλλη διάσταση τον ώριμο και σκεπτόμενο άνδρα του σήμερα και πλέον ο Jack δεν βλέπει μόνο σκόρπια «κλαδιά» αλλά ολόκληρο το “Δέντρο της Ζωής” καθώς και τη θέση αυτού στο «συμπαντικό δάσος».
H ταινία “The Tree Of Life” είναι ένα αλληγορικό δραματικό φιλμ Αμερικανικής παραγωγής 2011 σε σενάριο και σκηνοθεσία του Terrence Malick. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Brad Pitt, o Sean Penn και η Jessica Chastain. H ταινία προβάλλεται στην Ελλάδα από την Πέμπτη 26 Μαΐου με τον τίτλο “To Δέντρο Της Ζωής”.
Γιός Λιβανέζων μεταναστών, ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός Terrence Malick γεννήθηκε το 1943 στο Illinois και μεγάλωσε στο Texas. Αποφοίτησε από το Harvard University το 1966 ως Rhodes Scholar, δούλεψε στα έντυπα LIFE και THE NEW YORKER, ενώ στη συνέχεια δίδαξε φιλοσοφία στο MIT, πριν βρεθεί στο American Film Institute στο Λος Άντζελες. Έχει σκηνοθετήσει τις ταινίες "Badlands", "Days Of Heaven", "The Thin Red Line" και "New World". Προσεχώς επιστρέφει με ερωτικό δράμα, το οποίο προσωρινά τιτλοφορείται “The Burial” στο οποίο θα πρωταγωνιστούν οι Javier Bardem, Ben Affleck, Rachel McAdams, Rachel Weisz, Jessica Chastain και Amanda Peet.


Ο Brad Pitt γεννήθηκε το 1963 στην Οκλαχόμα και μεγάλωσε στην πόλη Σπρίνγκφιλντ, στο Μισούρι. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μισούρι στην Κολούμπια, όπου τελείωσε τη δημοσιογραφία με ειδίκευση στη διαφήμιση. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του, μετακόμισε στο Λος Άντζελες για να συνεχίσει τις σπουδές του στη διαφήμιση και τις γραφικές τέχνες, αλλά τελικά άρχισε να ασχολείται με την υποκριτική. Πολύ σύντομα εξασφάλισε τη συμμετοχή σε τηλεοπτικές σειρές, όπως "Glory Days", "The Image" και το αναγνωρισμένο από τους κριτικούς "Too Young To Die". Κέρδισε την προσοχή του διεθνούς κοινού για πρώτη φορά το 1991, όταν εμφανίστηκε στην ταινία του Ridley Scott "Thelma & Louise", ενώ συνέχισε να αποκτά όλο και μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα υποδυόμενος τον ψυχοπαθή μανιακό δολοφόνο στο θρίλερ "Kalifornia", τον χαρισματικό αλλά καταδικασμένο Paul Maclean στο "A River Runs Through It" του Robert Redford και τον αιμοδιψή Louis de Pointe du Lac στo "Interview with the Vampire: The Vampire Chronicles" του Neil Jordan. Ο Brad Pitt ήταν δύο φορές υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία του ως αδάμαστος Tristan Ludlow στην ταινία "Legends of the Fall" και για τον εκκεντρικό του ρόλο στο "Twelve Monkeys" για τον οποίο και κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα Β' Ανδρικού Ρόλου, ενώ η ταινία αυτή του χάρισε και μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Β' Ανδρικού Ρόλου. Το 2007 ήταν ξανά υποψήφιος για Χρυσή Σφαίρα Β' Ανδρικού ρόλου με την ερμηνεία του στην ταινία “Babel”, ενώ το 2009 προτάθηκε για Όσκαρ Α΄ Ανδρικού Ρόλου με την ταινία “The Curious Case of Benjamin Button”.


O δυο φορές βραβευμένος με Oscar, Sean Penn γεννήθηκε στο Los Angeles το 1960. Η πρώτη του επαφή με το χώρο του θεάματος έγινε το 1974 όποτε και συμμετείχε σαν κομπάρσος στη σειρά “ Little House on the Prairie (To Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι)” καθώς αρκετά από τα επεισόδια της σειράς σκηνοθέτησε ο πατέρας του Leo Penn. To κινηματογραφικό του ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε το 1981 με την συμμετοχή του στην ταινία “Taps”. Παρά την συμμετοχή του σε αξιόλογές ταινίες και τηλεοπτικές παραγωγές την δεκαετία του 1980, ο Penn απασχολούσε περισσότερο τα media με την προσωπική του ζωή καθώς το 1984 έβγαινε με την ηθοποιό Elizabeth McGovern, λίγο αργότερα με την Susan Sarandon ενώ το 1985 παντρεύτηκε την Madonna με την οποία χώρισε 4 χρόνια αργότερα. Το “The Tree Of Life” δεν είναι η πρώτη ταινία στην οποία συνεργάζονται ο Penn και ο Malick καθώς οι δύο τους είχαν ξαναβρεθεί στα κινηματογραφικά πλατό το 1998 για τα γυρίσματα της ταινίας “The Thin Red Line”. To 2001 το ενδιαφέρον των media στρέφεται εκ νέου στον Penn o οποίος πέρα από την δράση του ως ακτιβιστής, εντυπωσίασε με την ερμηνεία του στην ταινία “I Am Sam” όπου πρωταγωνίστησε μαζί με την Michelle Pfeiffer. To 2004 o ίδιος κερδίζει το Oscar Α’ Ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στην ταινία “Mystic River” του 2003, κατάκτηση που θα επαναλάβει ξανά το 2009 για την μοναδική ερμηνεία του στο “Milk” του 2008. Πρόσφατα τον είδαμε στην ταινία “Fair Game”. To 2011 πρωταγωνίστησε και στην ταινία “This Must Be The Place” όπου για μία ακόμη φορά ο Penn εντυπωσιάζει με το υποκριτικό του Ταλέντο, υποδυόμενος έναν ξεπεσμένο σταρ της ρόκ με παρουσιαστικό α λα “Alice Cooper”! H ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών.
Η ταινία “The Tree Of Life” είναι σίγουρο πως αν την δείτε με μεγάλη παρέα θα διχάσει σε μεγάλο βαθμό τα μέλη αυτής. Για όσους ο κινηματογράφος είναι και πρέπει να είναι τέχνη, η ταινία του Terrence Malick επιβάλλεται να ενταχθεί στην επιχειρηματολογία τους επ’ αυτού καθότι αποτελεί ένα μοναδικό έργο τέχνης. Ωστόσο η καθαρά αλληγορική της υπόσταση με την πληθώρα των σουρεαλιστικών στοιχείων και των συμβολισμών της, θα δυσκολέψει αρκετά τους θεατές που πιστεύουν πως μία κινηματογραφική ταινία πρέπει να έχει μία συγκεκριμένη υπόθεση με αρχή, μέση και τέλος. Ο καταιγισμός από εικόνες σε συνδυασμό με την εκπληκτική φωτογραφία σου δίνουν την αίσθηση πως παρακολουθείς ένα ντοκιμαντέρ του National Geographic. Μέχρι την στιγμή που εμφανίζεται στο πλάνο πότε ο Penn και πότε ο Pitt οι ερμηνείες των οποίων αναδεικνύονται ακόμη περισσότερο ελλείψει ενός φλύαρου σεναρίου. Όσοι περιμένετε να δείτε τον Sean Penn και τον Brad Pitt σε ένα blockbuster κοινωνικό φιλμ, δείτε κάτι άλλο. Αν και λίγο παράτολμο να το πει κανείς, Ο Terrence Malick, μέσα από την ταινία του κατάφερε να πάει τον συλλογισμό που ανέπτυξε ο Stanley Kubrick στο “2001: A Space Odyssey” ένα βήμα παραπέρα, ίσως και παραπάνω. Μία ταινία – τροφή για σκέψη!


Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Άπνοια



O Δημήτρης, ένας 23χρονος κολυμβητής, βουτάει στο νερό μιας σκοτεινής πισίνας μετά την επιτυχία του στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Έχει εκπληρώσει το όνειρο της ζωής του αλλά νιώθει πιο κενός από ποτέ.Όπως το σώμα του επιπλέει στην επιφάνεια του νερού, εικόνες και μνήμες πλημυρίζουν το μυαλό του, θυμίζοντας του την σχέση του με την Έλσα, μια περιβαλλοντική ακτιβίστρια που εξαφανίστηκε μυστηριωδώς.
Σε δύο χρόνους ξετυλίγεται το δράμα του πρώην πρωταθλητή κολύμβησης και νεόκοπου σκηνοθέτη Αρη Μπαφαλούκα: το παρόν, όπου διεξάγονται έρευνες για την ανεξήγητη εξαφάνιση μιας οικολόγου στις ακτές ενός νησιού και το παρελθόν, το οποίο ο φίλος της, κολυμβητής, ανακαλεί μέσα από μνήμες του έρωτά τους, αλλά και της προβληματικής εξέλιξης της σχέσης λόγω της εξάρτησης της κοπέλας από τους συνακτιβιστές της στον αγώνα για τη διάσωση των δελφινιών.
Οι αναφορές στα εν λόγω θηλαστικά, μαζί με το γεγονός ότι ο ήρωας σκέφτεται καθαρά μονάχα σε κατάσταση άπνοιας μέσα στο νερό, πυροδοτούν έναν εύστοχο παραλληλισμό, που όμως παύει από ένα σημείο κι έπειτα να τροφοδοτείται από τη δραματουργία ελέω και της ανεπάρκειας στη διεύθυνση των ηθοποιών. Αντίθετα είναι εντυπωσιακός ο έλεγχος πάνω στην αφήγηση και τα τεχνικά μέσα. Nα σημειωθεί ότι ο πρωταγωνιστής Σωτήρης Πάστρας, είναι επαγγελματίας κολυμβητής.



Vicki Cristina Barcelona



Δύο Αμερικανίδες, η Βίκι και η Κριστίνα, αποφασίζουν να περάσουν το καλοκαίρι τους κάτω από τον ήλιο της Βαρκελόνης. Σοβαρή και στα πρόθυρα του γάμου η πρώτη, σεξουαλικά απελευθερωμένη η δεύτερη, θα πιαστούν όμως και οι δυο στον ιστό του Χουάν Αντόνιο, ενός αρρενωπού ζωγράφου που παραμένει υπερβολικά δεμένος με την πρώην σύζυγό του.
Αυτή την φορά ο Γούντι Άλεν στήνει το γαϊτανάκι του στην Βαρκελόνη με τα πολύχρωμα γλυπτά του Μιρό και τα σαν ζαχαρωτά κτήρια του Γκαουντί. Στο «Vicky, Cristina, Barcelona» δεν υπάρχει έγκλημα και τιμωρία όπως στα «Match Point» και «Το Όνειρο Της Κασσάνδρας» αλλά το λαβράκι («Scoop») βγήκε και εδώ. Θα ξεκινήσω από το τρίτο κορίτσι του τίτλου, το πιο όμορφο. Λουσμένο στο κίτρινο του μελιού και στο κόκκινο του κρασιού η Βαρκελόνη...Ο Γούντι την έχει φωτογραφίσει σαν ντόπιος που δεν ξεχνά κάποιες φορές να αντιμετωπίζει και να επανεκτιμά τα αξιοθέατα της πόλης του σαν υγιής τουρίστας και ταξιδευτής. Η κάμερα του βολτάρει στην πόλη και ούτε για μια στιγμή τα πλάνα του δεν γίνονται καρτ ποστάλ. Την αποτυπώνει ήρεμη, όμορφη σαν σε γλυκιά μέθη από σέρι, με εξοχές, ποδηλατάδες, αρτίστικη και λειτουργική, κουλτουριάρα, νευραλγική, ζωντανή, πονηρή και ανεπιτήδευτα Ευρωπαία. Οι δυο Αμερικανίδες του έρχονται εδώ για το καλοκαίρι από το κέντρο του Μανχάταν. Η μια αρραβωνιασμένη, τακτοποιημένη και ολίγο ξινή και η άλλη απελευθερωμένη, ξανθούλα και ζουμερή ψάχνει την αγάπη μέσα από τα πλάνα και το σενάριο της μικρού μήκους ταινίας που μόλις ολοκλήρωσε. Διαφορετικές αλλά κολλητές...Στα εγκαίνια μιας γκαλερί γνωρίζουν έναν άντρα.
Εδώ ξεκινά η ιστορία...Δημιουργείται ένα σύνηθες επιφανειακά τρίγωνο του τύπου δυο γυναίκες - ένας άνδρας αλλά εξελίσσεται σε γλυκόπιοτη κομεντί. Δεν έχει στιχομυθίες για να γονατίσεις από τα γέλια, ούτε θα ξαφνιαστείς από τις εξελίξεις και τις ανατροπές, ούτε θα εντυπωσιαστείς από τις μοντερνιές και της «προχώ» πινελιές. Έχει όμως μια στιλάτη ομορφιά απ' άκρη σ' άκρη...Εκτός του φυσικού σκηνικού της πανέμορφης πόλης ο Άλεν συγκέντρωσε μερικές από τις όμορφες μούρες του διεθνούς σημερινού κινηματογράφου.
Το κορίτσι που δεν αναγράφεται στο τίτλο κλέβει σίγουρα την παράσταση, ακόμα και αν εμφανίζεται μόνο στο δεύτερο μισό της ταινίας.
Η Πενέλοπε Κρούζ,  μια εντυπωσιακή σειρήνα, νευρωτική, έντονη, σπινθηροβόλα, με ανάκατα μαλλιά, πολλές τιράντες και χαϊμαλιά, χαοτική, μπερδεμένη, επικίνδυνη, μοιραία Σπανιόλα, απρόβλεπτη, τη λες και τρελή. Οι σκηνές με τους δυο τους να λογομαχούν στα ισπανοαγγλικά προκαλούν γέλιο και χωρίς υπότιτλους και έχουν κάτι από την παθιασμένη, γοητευτική υστερία του Αλμοδοβάρ αν και βλέπουμε ταινία του Γούντι Άλεν. Η μούσα του τελευταίου, η Γιόχανσον, στην τρίτη τους συνεργασία καταφέρνει μάλλον τα λιγότερα απ' όλους αν και κάνει αυτό που χρειάζεται, αφήνεται να τσαλακωθεί κάτω από τον υποφώσκοντα αυτοσαρκασμό που κρύβει ο ρόλος της. Η φίλη της, η Πατρίσια Κλάρκσον, δεν χάνεται καθόλου, καθώς υπηρετεί άξια τον ξινό, ξενέρωτο, ρόλο της και περιμένει την επόμενη ευκαιρία για να δείξει τί άλλο μπορεί να κάνει. Ο Γούντι Άλεν φτιάχνει ένα μικρό Μανχάταν με αλήθειες για τις σχέσεις, την αγάπη, τον έρωτα (ο μόνος ρομαντικός έρωτας είναι ο ανεκπλήρωτος...), τις τέχνες και τη ζωή.