Κυριακή, 24 Ιουνίου 2012

The Hunger Games

Σ΄ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον όπως συνέβη και με το προφητικό στην εποχή του Οργουελλικό "1984", ο ...Μεγάλος Αδερφός ξαναχτυπά!
Ο Παγκόσμιος Ολοκληρωτισμός χρησιμοποιεί πλέον το πιο διαδεδομένο μέσο μαζικής πληροφορίας και ενημέρωσης, που εξυπηρετεί άμεσα τους βαθύτερους προπαγανδιστικούς σκοπούς του. Ένα τηλεοπτικό reality πραγματοποιεί με γκεμπελικές μεθόδους τους υπόγειους και σκοτεινούς στόχους αποχαύνωσης και χειραγώγησης των μαζών. Το concept εξυπηρετεί τους νόμους προσφοράς και ζήτησης, με βάση το "τι πουλάει" στον αμφιβληστροειδή. Και αυτό που πουλάει αφορά την εξωτερική εμφάνιση αλλά και τις αισθήματα που θα γαργαλήσουν το ανυποψίαστο, μα πάντα ευαίσθητο κοινό. Αφού σχεδιαστεί καλά το παιχνίδι στα μέτρα των φαβορί και αουτσάιντερ, για να γίνει πιο ενδιαφέρον και πουλήσει τηλεθέαση (αποκτώντας χρυσές χορηγίες: χρήμα για τον Καναλάρχη, δόξα Ολυμπιονικών στους Παίκτες) θα πρέπει να συγκινήσει με σοκαριστικό τρόπο. Ο λαϊκισμός είναι σύμμαχος των ριάλιτι, είναι ο πήχυς στο ύψος που όλοι μπορούν να πηδήσουν, δηλαδή στο χαμηλότερο σημείο...
Το σύγχρονο μεταμφιεσμένο ολοκληρωτικό καθεστώς (της παγκοσμιοποίησης) πουλάει "άρτον και θέαμα" στην αρένα των μονομάχων δοξάζοντας την υποδούλωση. Ένα τηλεπαιχνίδι στο οποίο ο νικητής πρέπει να "καθαρίσει" κυριολεκτικά και τους 23 ανταγωνιστές του για να επιβιώσει, αποτελεί το άκρων άωτον του κυνισμού της κοινωνίας και την ηθικής κατάπτωσης. Η αξιοπρέπεια γίνεται βωμός στο θέαμα. Όπως ακριβώς στην Αρχαία Ρώμη, οι Χριστιανοί ρίχνονταν στα λιοντάρια, έτσι και εδώ οι άτυχοι στην πλειοψηφία τους παίκτες θυσιάζονται για να δαφνοστεφανωθεί ο ένας άξιος Υπεράνθρωπος. Εδώ ο Υπεράνθρωπος είναι γυναίκα. Φεμινιστικό; Γιατί στο "TWILIGHT" τι έχουμε; Ω, Μπέλα... Α ναι, και κει γυναίκα συγγραφέας. Στο "Κορίτσι με το Τατουάζ" επίσης ο βασικός χαρακτήρας είναι θηλυκού γένους. Ναι, η Ζήνα αυτοπροσώπως μας συστήνεται ως Κάτνις, θυμίζοντας ότι στην ζούγκλα του τηλεπαιχνιδιού οι απαιτήσεις είναι πολλές σε συνδυασμό διαφόρων παραγόντων.

Οι ανθρωποθυσίες επιστρέφουν όχι για να εξιλεώσουν αλλά να ψυχαγωγήσουν...
Είναι σαφές, ότι οι συμβολισμοί του βιβλίου ξεπερνούν κάθε χρόνο και τόπο. Οι "ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ" είναι πολύ επίκαιροι και ενδιαφέροντες για τα στοχαστικά μηνύματα που εκπέμπουν υπαρξιακά. Και ένα από αυτά ίσως και σπουδαιότερο, αφορά τον Έλεγχο της Συνείδησης, της Σκέψης της Θέλησης. Με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να επιτραπεί σε κάποιον να ηγηθεί ενός κινημάτος που μπορεί να ανατρέψει το καθεστώς. Επιτρέπονται μικρές παρεκτροπές αλλά μέσα σε προκαθορισμένα πλαίσια, που δε θα βλάψουν τα θεμέλια. Η αντίδραση, η οργή, ο ενθουσιασμός πρέπει να ελέγχονται πάντα, ενώ όσες φορές διακρίνεται σοβαρός κίνδυνος ανατροπής, θα πρέπει αντιπερισπασμοί, ύβρεις και συνομωσίες να φροντίζουν την διατήρηση της τάξης και ασφάλειας με κάθε κόστος. Θα πρέπει τα θετικά των ανταρσιών να προπαγανδίζονται αρνητικά και το αντίστροφο. Σε αυτά τα πλαίσια κινείται η οικεία πραγματικότητα που τρομάζει με την ομοιότητα τον σημερινό θεατή. Η κρίση των αξιών σκιαγραφείται με πομπώδη τρόπο, για να αποδειχτεί ότι όλοι φορούν την μάσκα του Συστήματος, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις αντίδρασης που θα μπορούσαν οργανωμένα, να οδηγήσουν τα πράγματα σε μια μορφή ανεξέλεγκτης βίας, εμφυλίου πολέμου και αναρχίας. Όλα αυτά εξηγούν την λειτουργία του Συστήματος που κορυφώνεται με την "πρωτοφανή αλλαγή των κανονισμών" των Αγώνων, την προσωρινή ανάκληση και τελικά την επανάληψη της απόφασης που υπακούει στο νόμο της δημοφιλίας και του υλικού κέρδους που απορρέει από αυτήν. Προκειμένου να μην καταρρεύσει από ένα ντόμινο αλλαγών και πανικού, ελίσσεται, υπαναχωρεί και αναπροσαρμόζεται στα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται από την απρόβλεπτη τροπή για να μην κινδυνεύσουν τα θεμέλιά του. Η ηθική του Συστήματος είναι χαμαιλέων που αρέσκεται στο να παρακολουθεί αόρατη, έτοιμη να σημάνει συναγερμό, ανά πάσα στιγμή.
Από κινηματογραφικής πλευράς, οι προσδοκίες μου δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως, κυρίως λόγω της τυποποιημένης κατάχρησης του αισθηματικού στοιχείου, χρονικά, από την σχέση των δύο βασικών παικτών του παιχνιδιού, σε στυλ "ΛΥΚΟΦΩΣ".  Εδώ το ρομάντζο εκβιάζει τη ζωή με το δίλημμα του θανάτου, ενώ το επικό στοιχείο βγαίνει στην επιφάνεια στην μονομαχία με τα αιλουροειδή που δημιούργησε η τεχνολογία της εικονικής πραγματικότητας και της κλωνοποιημένης γενετικής. Κυρίαρχο στοιχείο αποτελεί η ευρηματική φαντασία της μόδας που συνδυάζει πολιτιστικά στοιχεία ethnic και world διαφόρων εποχών, όπως η εμφάνιση του Σενέκα (Μπέντλεϊ) σε στυλ Ινδού Μαχαραγιά και του τηλεοπτικού οικοδεσπότη Καίσαρα (Τούτσι) σε στυλ Ρομαντισμού.
Ο Γκάρι Ρος σκηνοθετεί για δεύτερη φορά μετά το 1998 (την κομεντί φαντασίας Pleasantville - υποψήφια για 3 δευτερεύοντα όσκαρ) τους ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ, ενώ και οι επόμενες δύο της τριλογίας αναμένονται στα προσεχή χρόνια υπό την καθοδήγησή του. Πρόκειται για έναν ικανότατο συγγραφέα (με πιο πρόσφατο το σενάριο στα κινούμενα σχέδια "Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΤΕΣΠΕΡΟ" το 2008) που για πρώτη φορά καλείται να διαχειριστεί μια υπερπαραγωγή κόστους σχεδόν $100 εκατομμυρίων, και να την κάνει σημείο αναφοράς στο τομέα των επικών μέγα-φραντσάιζ, τύπου "ΛΥΚΟΦΩΣ", "ΧΑΡΙ ΠΟΤΕΡ" και "ΑΡΧΟΝΤΑ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ". Το πέρασμα της πύλης στο κινηματογραφικό πάνθεον των σούπερ-φραντσάιζ δεν είναι εύκολη υπόθεση, όταν όμως έχεις λυμένα τα χέρια σου από πλευράς μάρκετινγκ και χρηματοδότησης παράλληλα μ' ένα τόσο δυνατό βιβλίο, αυτό μοιάζει αναπόφευκτο.
Πειστικές οι ερμηνείες, του πολυπρόσωπου καστ με διασκεδαστικότερους όλων τον Γούντι Χάρελσον και τον Στάνλεϊ Τούτσι ακολουθούμενους από τον σοβαρό Προέδρο της Capitol Ντόναλντ Σάδερλαντ και την καρικατούρα Ελίζαμπεθ Μπανκς. Το νεαρό δίδυμο ανερχόμενων ηθοποιών Τζένιφερ Λόρενς και Τζος Χάτσερτσον, χωρίς κραυγές και περιττές μούτες γίνονται συμπαθείς με την πρώτη εμφάνιση. Προσέχτε επίσης και τα ονόματα που χρησιμοποιούνται - καθόλου τυχαία - (Σενέκας, Καίσαρας), που παραπέμπουν όπως προείπα στην "αρένα μονομάχων" της αρχαίας Ρώμης αλλά δείτε και την ομοιότητα στο Προπαγανδιστικό φιλμάκι του παιχνιδιού με την κλασική "ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ" της Λένι Ρίφενσταλ.

Το ένστικτο της επιβίωσης οδηγεί στον θάνατό σου!
Συνολικά οι άξονες του απολυταρχισμού στη σύγχρονη εποχή έχουν αλλάξει την εξωτερική εμφάνιση και την χαλαρότητα κάποιων ηθών, όμως στο βάθος μπορεί κανείς να διακρίνει καθαρά τις πηγές του μεταξύ Αρχαίας Ρώμης και Ναζισμού. Από τον συνολικό φιλμικό χρόνο της γραμμικής αφήγησης, οι σκηνές δράσης είναι περιορισμένες και το βάρος δίνεται σε δύο χαρακτήρες που λογικά θα πρέπει να έρθουν σε σύγκρουση ... κάποτε: στην Κάτνις (Λόρενς) και Σνόου (Σάδερλαντ). Νωρίτερα το ερωτικό βαρόμετρο αποθεώνει το ντεμπούτο ενός νέου φλερτ εντός παιχνιδιού: Κάτνις και Πέτα (Χάτσερσον). Το κοινό παρακολουθεί την εξέλιξη χωρίς απρόσμενες εκπλήξεις, από την District 12 έως τον δρόμο της Capitol. Άλλωστε, για να το κάνεις ενδιαφέρον και όχι "χάρτινο" δεν χρειάζονται πολλές ανατροπές και εφέ, αλλά κορύφωση και καθαρές γραμμές στους χαρακτήρες. Όσο φορτώνεται με πολλά και "διαφορετικά" νέα πρόσωπα με ασαφή και δυσδιάκριτα όρια στους χαρακτήρες, κινδυνεύει να μπερδέψει τον μέσο θεατή που θέλει λιγότερες μεταφορές και περισσότερο ρεαλισμό. Όχι απαραίτητα ωμό. Τουλάχιστον το πολυεπίπεδο βιβλίο επιτρέπει στους υποψήφιους θεατές ή αναγνώστες να βρούν αυτό που θέλουν, αυτό που ταιριάζει στον δείκτη νοημοσύνης, σκάβοντας ή όχι. Η πολυσχιδής ανάγνωση είναι ένα προσόν που το έκανε μπεστσέλερ με την πρώτη κινηματογραφική διασκευή, να προσπαθεί να ακολουθήσει πιστά και τυπικά κάθε του γράμμα. Αυτό που λείπει είναι η "δεύτερη ματιά", πιο κριτική και πιο τολμηρή δημιουργική άποψη για το μέλλον που προφητεύει εύστοχα και οραματιστικά η συγγραφέας. Κατανοώ όμως ότι αυτό θα το κατέτασσε στη σφαίρα του ρεβιζιονισμού και πιθανής "ιεροσυλίας" ως πρώτη προσαρμογή παρά θα το καθιέρωνε ως προς την ακαδημαϊκή του αξία. Αυτά μόνο η ..."αιρετική" Άρνολντ τα κάνει (δες "Ανεμοδαρμένα ύψη"), χωρίς να αποκλείει κανείς ότι και οι φουτουριστικοί "ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ" μπορούν να απεικονιστούν πιο cinematic, εγκεφαλικά και αφαιρετικά, στο προσεχές μέλλον, από ένα εξίσου ανήσυχο πνεύμα - λιγότερο δεσμευμένο από τις θριλερικές συμβάσεις του είδους. Πάντως για την ώρα η πλούσια πλοκή στους "ΑΓΩΝΕΣ ΠΕΙΝΑΣ" καλύπτει με ενδιαφέρον τους προβληματισμούς μας για το μέλλον της σύγχρονης κοινωνίας, στο επίπεδο της ανθρωποφαγίας!

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Hugo




του Μάρτιν Σκορτσέζε
με τους Τζουντ Λο, Άσα Μπάτερφιλντ, Κλόι Γκρέις Μόρετζ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Σάσα Μπαρόν Κοέν, Ρέι Γουίνστοουν, Κρίστοφερ Λι, Ματιέ Αμαλρίκ, Έμιλι Μόρτιμερ, Μάικλ Στούλμπαργκ


Υπόθεση:  
Παρίσι, δεκαετίας του '30 : Ένα 12χρονο ορφανό αγόρι, ο Χιούγκο Καμπρέ, κατοικεί στις εσωτερικές στοές του σιδηροδρομικού σταθμού στο κέντρο της πόλης, φροντίζοντας τα ρολόγια του πολυσύχναστου σταθμού και ζει κλέβοντας από τους πάγκους των καταστημάτων που υπάρχουν στο σταθμό. Σταθερή παρέα του, ένα μυστηριώδες ανθρωπόμορφο μηχάνημα που έχει στο κέντρο του μία υποδοχή για ένα κλειδί σε σχήμα καρδιάς, το οποίο αποτελεί και το μόνο πράγμα που του έχει απομείνει από τον πατέρα του. Όταν ο κόσμος του συνδέεται ξαφνικά -σαν τα γρανάζια των ρολογιών που φροντίζει- με ένα εκκεντρικό κορίτσι που λατρεύει τα βιβλία και τις περιπέτειες κι έναν πικρόχολο γέρο, ιδιοκτήτη ενός μικρού καταστήματος παιχνιδιών στο σταθμό, η μυστική ζωή και το πολύτιμο μυστικό του Χιούγκο που τον συνδέει με το νεκρό πατέρα του, κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν. Ένα αινιγματικό σχέδιο, ένα πολύτιμο σημειωματάριο, μια κλειδαριά σε σχήμα καρδιάς, ένα κλεμμένο κλειδί, ένας μηχανικός άνθρωπος και το καλά κρυμμένο μήνυμα του νεκρού πατέρα του Χιούγκο απαρτίζουν τη ραχοκοκαλιά αυτής της περίπλοκης, τρυφερής και μαγευτικής ιστορίας ενός παιδιού αλλά και του ίδιου του κινηματογράφου που φτάνει και ενίοτε ξεπερνά τα όρια της μαγείας...



Το "ερωτικό γράμμα" του Σκορτσέζε στον βωβό κινηματογράφο και τις ρίζες της 7ης Τέχνης στον Γάλλο πρωτοπόρο Μελιές...
Ο Σκορτσέζε για άλλη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα μετά το περσινό "Νησί των Καταραμένων (Shutter Island)". Αυτή τη φορά αφήνει στην άκρη τα θρίλερ και τα ντοκιμαντέρ και δοκιμάζει το πηγαίο του ταλέντο στη φόρμα ενός παραμυθιού. Ενός σουρρεαλιστικού παραμυθιού, που εμπνέεται από αληθινά γεγονότα. Μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως οικογενειακή ταινία, όμως έχει τέτοια ουσία που μόνο οι ενήλικες μπορούν διαισθανθούν βαθύτερα καθώς μας προσκαλεί σ΄ένα ταξίδι στο χρόνο με νοσταλγία, θαυμασμό, συγκίνηση.
Ακολουθώντας τα χνάρια του THE ARTIST, επιστρέφει στις ρίζες του κινηματογράφου αποτίοντας φόρο τιμής, στον πρωτοπόρο Γάλλο δημιουργό Ζορζ Μελιέ, ενώ από μπροστά μας περνάνε τα είδωλα της εποχής όπως στο οραματικό ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ του Γούντι Άλλεν.
Ο HUGO είναι η ειλικρινής ενσάρκωση της κινηματογραφικής αυθεντίας, ένα παιδί που μεγάλωσε με το Κινηματογραφικό Όνειρο να στοιχειώνει την ύπαρξή του. Ο HUGO είναι ο ίδιος ο Σκορτσέζε στην τρυφερή παιδική ηλικία που αναζητά τα πρότυπα και την περιπέτεια. Το ρομπότ που ζωντανεύει, εκτός της ομοιότητάς του με το αντίστοιχο του ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ του Φριτς Λανγκ, είναι περισσότερο ρεαλιστικό απ΄ότι θα υπέθετε κανείς βλέποντας ένα παραμύθι. Και πως να εκφραστεί μεταφυσικά, όταν η πλήρης λειτουργία του βασίζεται στις επιστήμες; Οι συμβολισμοί που αναγκαστικά περιστρέφονται στον άξονα ζωής - Τέχνης, δίνουν με πολύ εμπνευσμένο τρόπο την ευκαιρία για ένα ριζοσπαστικό σχόλιο στην βιομηχανία των Ονείρων και του Θεάματος, μέσω της πρωτοποριακής εφεύρεσης. Ο Σκορτσέζε οραματίζεται τον κόσμο όπως ο ήρωάς του κι εκφράζεται παίρνοντας ιδέες από τους καινοτόμους επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η επισκευή του ρομπότ, είναι ουσιαστικά το ζωντάνεμα της 7ης Τέχνης με την επιστήμη. Η μυστική συνταγή που θα την αναστήσει χαρίζοντας στον κόσμο όνειρα κι ελπίδα. Ο Σκορτσέζε με αληθινή συγκίνηση και νοσταλγία για το παρελθόν αλλά και βαθιά ανησυχία και προβληματισμό για το μέλλον κάνει μια σινεφιλική κατάθεση ψυχής.
Στο ρόλο του Hugo, ο Άζα Μπάτερφιλντ, στο ρόλο του πρώτου σουρρεαλιστή κινηματογραφιστή Μελιέ, ο Μπεν Κίνγκσλεϊ και στον ρόλο του Επιθεωρητή του Σιδηροδρομικού Σταθμού, ο Σάσα Μπαρόν Κοέν, αποδίδουν ξεχωριστά τους κύριους χαρακτήρες του βιβλίου του Τζον Λόγκαν και κλέβουν την παράσταση. Αξιόλογα σύντομα περάσματα στους δεύτερους ρόλους, σημειώνουν ο πατέρας του μικρού Hugo, Τζουντ Λο, ο θείος του, Ρέι Γουίνστον, και η εμβληματική φυσιογνωμία του Κρίστοφερ Λι. Ακόμα, όπως ο Χίτσκοκ στις ταινίες του, ένα ευχάριστο πέρασμα - έκπληξη κάνει κι ο ίδιος ο Σκορτσέζε, που εμφανίζεται για λίγο στο ρόλο ενός ... φωτογράφου!
Όλα αυτά αναγνωρίστηκαν από την Ακαδημία Κινηματογράφου της Αμερικής που το φιλοδώρησε με 11 (τις περισσότερες από κάθε άλλη ταινία) υποψηφιότητες Όσκαρ φέτος, καθόλα άξιο. Ο Μπεν Κίνγκσλεϊ είναι "αχτύπητος" δείχνοντας ότι οι βετεράνοι δε θα πρέπει να θεωρούνται ξεγραμμένοι (δείτε επίσης τον εκπληκτικό Κρίστοφερ Πλάμερ (ΟΙ ΠΡΩΤΑΡΗΔΕΣ / THE BEGINNERS) και τον Μαξ Φον Σίντοβ (ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΚΟΝΤΑ / EXTREMELY LOUD AND INCREDIBLY CLOSE) που δίκαια κέρδισαν υποψηφιότητες Όσκαρ Β' Ρόλου).







The Artist



Η ιστορία μοιάζει απλή: ο George Valentin (Jean Dujardin) είναι ένας αστέρας του βωβού κινηματογράφου στο Hollywood του '20. Ωστόσο δε βρισκόμαστε μονάχα στο τέλος μιας δεκαετίας, αλλά και σε ένα διττής σημασίας χρονικό μεταίχμιο. Ο ερχομός του ομιλούντος κινηματογράφου και το οικονομικό κραχ αλλάζουν τα δεδομένα στη ζωή του George, ο οποίος βλέπει την καριέρα του να ξεθωριάζει απότομα, μιας και η κινηματογραφική βιομηχανία εντάσσεται ταχύτατα στην εποχή του "ήχου" και αναζητά νέα αστέρια πάνω στα οποία θα επενδύσει. Ένα από αυτά είναι η νεαρή και όμορφη Peppy Miller (Berenice Bejo) που από κομπάρσος μετατρέπεται σε λαμπερή πρωταγωνίστρια. Η τυχαία γνωριμία των δύο τους όμως, που λαμβάνει χώρα προτού ξεκινήσουν όλες οι προαναφερθείσες δραματικές αλλαγές, παίζει το δικό της κρίσιμο ρόλο στην ιστορία...
Σε καιρούς που το 3D έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, η ύπαρξη μίας σύγχρονης βωβής ταινίας προκαλεί ανοικτά την περιέργεια του ανήσυχου κοινού. Με μία πρώτη, επιδερμική ανάγνωση της υπόθεσης η ταινία του Hazanavicius είναι απλώς ένα ρομαντικό δράμα προσηλωμένο σε δύο ήρωες - έξοχα ερμηνευμένοι από τους πρωταγωνιστές - που η μοιραία γνωριμία τους προκύπτει ενώ ακολουθούν αντιδιαμετρικές τροχιές.
Το στοιχείο, ωστόσο, που ανατρέπει τα δεδομένα δεν είναι απλώς το εύρημα της σιωπής, της παντελούς έλλειψης διαλόγων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος το αξιοποιεί προκειμένου να πειραματιστεί τόσο με το ίδιο το μέσο όσο και με τα κινηματογραφικά είδη. Από τεχνικής άποψης, το «The Artist» υιοθετεί τετράγωνο κάδρο (1,33:1), η φωτογραφία είναι λεπτομερώς προσεγμένη, έτσι ώστε να εντείνει την ψευδαίσθηση του θεατή ότι ταξιδεύει πίσω στα χρόνια του βωβού κινηματογράφου.
Το «The Artist» είναι επί της ουσίας ένα ατελείωτο gag, ένα ασταμάτητο πείραγμα και κλείσιμο του ματιού τόσο προς το θεατή, όσο και προς την ίδια την εξέλιξη της κινηματογραφικής ιστορίας. Μέσα από την αναντίρρητα μελοδραματική ιστορία του George Valentin, ξεπηδούν συνεχώς στιγμές σπαρταριστού γέλιου. Ακόμα και ο ήχος, για χάρη του οποίου γίνονται σχεδόν όλα, παρεισφρέει στην ταινία με τρόπο αναπάντεχο και ιδιοφυή. Τα πανέξυπνα ωστόσο κωμικά ευρήματα διαδέχονται οι λεγόμενες "πικρές" στιγμές της πλοκής, ενταγμένα όλα σε μία ιδανική αρμονία, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα η κωμωδία με το ρομαντικό δράμα να διαπλέκονται μοναδικά.
Αν όμως δούμε βαθύτερα, θα αντιληφθούμε πως ο Hazanavicius ανοίγει διάλογο με το ίδιο το κινηματογραφικό μέσο και με τη μακρόχρονη εξέλιξή του. Καθόλου τυχαία, διηγείται μία ιστορία τοποθετημένη σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, εκείνο της μετάβασης από το "βωβό" στον "ήχο", τη στιγμή που επιλέγει να γυρίσει τη συγκεκριμένη ταινία εν μέσω μίας ακόμα τεχνολογικής μετάβασης, όπου το σινεμά στρέφεται ολοένα και πιο δυναμικά προς το digital και το 3D. Το γεγονός ότι κατορθώνει να κομίσει το μήνυμα της διαχρονικότητας της κινηματογραφικής γλώσσας ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς "κατακλυσμικές" αλλαγές (π.χ. ήχος, χρώμα) και ερχομούς (π.χ. τηλεόραση) που απειλούν να την καταστρέψουν ή να την αλλοιώσουν, αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας του Hazanavicius. Γιατί το «The Artist», δεν αποτελεί απλώς έναν φόρο τιμής στο παλιό Hollywood, ένα βαθιά νοσταλγικό φιλμ για τα χρόνια του βωβού κινηματογράφου και του swing, την εποχή του Chaplin και του Keaton ούτε μονάχα ένα υπέροχο σεμινάριο κινηματογραφικής ιστορίας για τις νεότερες γενιές θεατών.
Μεταξύ όλων των άλλων, αποδεικνύεται μία απροσδόκητη όσο και πολύτιμη υπενθύμιση ότι η ανθεκτικότητα των θεμελιωδών αρχών της κινηματογραφικής τέχνης δεν έχει να φοβηθεί καμία "φοβερή και τρομερή" τεχνολογική εξέλιξη. Και, φυσικά, μπορούμε να γελάμε άφοβα με τις εκάστοτε γραφικές Κασσάνδρες που σκούζουν, φοβούμενες πως το 3D, το digital video ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο θα μπασταρδέψουν αργά ή γρήγορα το σινεμά. Να είναι καλά ο Hazanavicius που έδειξε πανέξυπνα πως η κινηματογραφική γλώσσα είναι εκπληκτικά διαχρονική.