Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Hugo




του Μάρτιν Σκορτσέζε
με τους Τζουντ Λο, Άσα Μπάτερφιλντ, Κλόι Γκρέις Μόρετζ, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Σάσα Μπαρόν Κοέν, Ρέι Γουίνστοουν, Κρίστοφερ Λι, Ματιέ Αμαλρίκ, Έμιλι Μόρτιμερ, Μάικλ Στούλμπαργκ


Υπόθεση:  
Παρίσι, δεκαετίας του '30 : Ένα 12χρονο ορφανό αγόρι, ο Χιούγκο Καμπρέ, κατοικεί στις εσωτερικές στοές του σιδηροδρομικού σταθμού στο κέντρο της πόλης, φροντίζοντας τα ρολόγια του πολυσύχναστου σταθμού και ζει κλέβοντας από τους πάγκους των καταστημάτων που υπάρχουν στο σταθμό. Σταθερή παρέα του, ένα μυστηριώδες ανθρωπόμορφο μηχάνημα που έχει στο κέντρο του μία υποδοχή για ένα κλειδί σε σχήμα καρδιάς, το οποίο αποτελεί και το μόνο πράγμα που του έχει απομείνει από τον πατέρα του. Όταν ο κόσμος του συνδέεται ξαφνικά -σαν τα γρανάζια των ρολογιών που φροντίζει- με ένα εκκεντρικό κορίτσι που λατρεύει τα βιβλία και τις περιπέτειες κι έναν πικρόχολο γέρο, ιδιοκτήτη ενός μικρού καταστήματος παιχνιδιών στο σταθμό, η μυστική ζωή και το πολύτιμο μυστικό του Χιούγκο που τον συνδέει με το νεκρό πατέρα του, κινδυνεύουν να αποκαλυφθούν. Ένα αινιγματικό σχέδιο, ένα πολύτιμο σημειωματάριο, μια κλειδαριά σε σχήμα καρδιάς, ένα κλεμμένο κλειδί, ένας μηχανικός άνθρωπος και το καλά κρυμμένο μήνυμα του νεκρού πατέρα του Χιούγκο απαρτίζουν τη ραχοκοκαλιά αυτής της περίπλοκης, τρυφερής και μαγευτικής ιστορίας ενός παιδιού αλλά και του ίδιου του κινηματογράφου που φτάνει και ενίοτε ξεπερνά τα όρια της μαγείας...



Το "ερωτικό γράμμα" του Σκορτσέζε στον βωβό κινηματογράφο και τις ρίζες της 7ης Τέχνης στον Γάλλο πρωτοπόρο Μελιές...
Ο Σκορτσέζε για άλλη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα μετά το περσινό "Νησί των Καταραμένων (Shutter Island)". Αυτή τη φορά αφήνει στην άκρη τα θρίλερ και τα ντοκιμαντέρ και δοκιμάζει το πηγαίο του ταλέντο στη φόρμα ενός παραμυθιού. Ενός σουρρεαλιστικού παραμυθιού, που εμπνέεται από αληθινά γεγονότα. Μπορεί να φαίνεται εκ πρώτης όψεως ως οικογενειακή ταινία, όμως έχει τέτοια ουσία που μόνο οι ενήλικες μπορούν διαισθανθούν βαθύτερα καθώς μας προσκαλεί σ΄ένα ταξίδι στο χρόνο με νοσταλγία, θαυμασμό, συγκίνηση.
Ακολουθώντας τα χνάρια του THE ARTIST, επιστρέφει στις ρίζες του κινηματογράφου αποτίοντας φόρο τιμής, στον πρωτοπόρο Γάλλο δημιουργό Ζορζ Μελιέ, ενώ από μπροστά μας περνάνε τα είδωλα της εποχής όπως στο οραματικό ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ του Γούντι Άλλεν.
Ο HUGO είναι η ειλικρινής ενσάρκωση της κινηματογραφικής αυθεντίας, ένα παιδί που μεγάλωσε με το Κινηματογραφικό Όνειρο να στοιχειώνει την ύπαρξή του. Ο HUGO είναι ο ίδιος ο Σκορτσέζε στην τρυφερή παιδική ηλικία που αναζητά τα πρότυπα και την περιπέτεια. Το ρομπότ που ζωντανεύει, εκτός της ομοιότητάς του με το αντίστοιχο του ΜΕΤΡΟΠΟΛΙΣ του Φριτς Λανγκ, είναι περισσότερο ρεαλιστικό απ΄ότι θα υπέθετε κανείς βλέποντας ένα παραμύθι. Και πως να εκφραστεί μεταφυσικά, όταν η πλήρης λειτουργία του βασίζεται στις επιστήμες; Οι συμβολισμοί που αναγκαστικά περιστρέφονται στον άξονα ζωής - Τέχνης, δίνουν με πολύ εμπνευσμένο τρόπο την ευκαιρία για ένα ριζοσπαστικό σχόλιο στην βιομηχανία των Ονείρων και του Θεάματος, μέσω της πρωτοποριακής εφεύρεσης. Ο Σκορτσέζε οραματίζεται τον κόσμο όπως ο ήρωάς του κι εκφράζεται παίρνοντας ιδέες από τους καινοτόμους επιστήμονες και καλλιτέχνες. Η επισκευή του ρομπότ, είναι ουσιαστικά το ζωντάνεμα της 7ης Τέχνης με την επιστήμη. Η μυστική συνταγή που θα την αναστήσει χαρίζοντας στον κόσμο όνειρα κι ελπίδα. Ο Σκορτσέζε με αληθινή συγκίνηση και νοσταλγία για το παρελθόν αλλά και βαθιά ανησυχία και προβληματισμό για το μέλλον κάνει μια σινεφιλική κατάθεση ψυχής.
Στο ρόλο του Hugo, ο Άζα Μπάτερφιλντ, στο ρόλο του πρώτου σουρρεαλιστή κινηματογραφιστή Μελιέ, ο Μπεν Κίνγκσλεϊ και στον ρόλο του Επιθεωρητή του Σιδηροδρομικού Σταθμού, ο Σάσα Μπαρόν Κοέν, αποδίδουν ξεχωριστά τους κύριους χαρακτήρες του βιβλίου του Τζον Λόγκαν και κλέβουν την παράσταση. Αξιόλογα σύντομα περάσματα στους δεύτερους ρόλους, σημειώνουν ο πατέρας του μικρού Hugo, Τζουντ Λο, ο θείος του, Ρέι Γουίνστον, και η εμβληματική φυσιογνωμία του Κρίστοφερ Λι. Ακόμα, όπως ο Χίτσκοκ στις ταινίες του, ένα ευχάριστο πέρασμα - έκπληξη κάνει κι ο ίδιος ο Σκορτσέζε, που εμφανίζεται για λίγο στο ρόλο ενός ... φωτογράφου!
Όλα αυτά αναγνωρίστηκαν από την Ακαδημία Κινηματογράφου της Αμερικής που το φιλοδώρησε με 11 (τις περισσότερες από κάθε άλλη ταινία) υποψηφιότητες Όσκαρ φέτος, καθόλα άξιο. Ο Μπεν Κίνγκσλεϊ είναι "αχτύπητος" δείχνοντας ότι οι βετεράνοι δε θα πρέπει να θεωρούνται ξεγραμμένοι (δείτε επίσης τον εκπληκτικό Κρίστοφερ Πλάμερ (ΟΙ ΠΡΩΤΑΡΗΔΕΣ / THE BEGINNERS) και τον Μαξ Φον Σίντοβ (ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΚΟΝΤΑ / EXTREMELY LOUD AND INCREDIBLY CLOSE) που δίκαια κέρδισαν υποψηφιότητες Όσκαρ Β' Ρόλου).







The Artist



Η ιστορία μοιάζει απλή: ο George Valentin (Jean Dujardin) είναι ένας αστέρας του βωβού κινηματογράφου στο Hollywood του '20. Ωστόσο δε βρισκόμαστε μονάχα στο τέλος μιας δεκαετίας, αλλά και σε ένα διττής σημασίας χρονικό μεταίχμιο. Ο ερχομός του ομιλούντος κινηματογράφου και το οικονομικό κραχ αλλάζουν τα δεδομένα στη ζωή του George, ο οποίος βλέπει την καριέρα του να ξεθωριάζει απότομα, μιας και η κινηματογραφική βιομηχανία εντάσσεται ταχύτατα στην εποχή του "ήχου" και αναζητά νέα αστέρια πάνω στα οποία θα επενδύσει. Ένα από αυτά είναι η νεαρή και όμορφη Peppy Miller (Berenice Bejo) που από κομπάρσος μετατρέπεται σε λαμπερή πρωταγωνίστρια. Η τυχαία γνωριμία των δύο τους όμως, που λαμβάνει χώρα προτού ξεκινήσουν όλες οι προαναφερθείσες δραματικές αλλαγές, παίζει το δικό της κρίσιμο ρόλο στην ιστορία...
Σε καιρούς που το 3D έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, η ύπαρξη μίας σύγχρονης βωβής ταινίας προκαλεί ανοικτά την περιέργεια του ανήσυχου κοινού. Με μία πρώτη, επιδερμική ανάγνωση της υπόθεσης η ταινία του Hazanavicius είναι απλώς ένα ρομαντικό δράμα προσηλωμένο σε δύο ήρωες - έξοχα ερμηνευμένοι από τους πρωταγωνιστές - που η μοιραία γνωριμία τους προκύπτει ενώ ακολουθούν αντιδιαμετρικές τροχιές.
Το στοιχείο, ωστόσο, που ανατρέπει τα δεδομένα δεν είναι απλώς το εύρημα της σιωπής, της παντελούς έλλειψης διαλόγων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος το αξιοποιεί προκειμένου να πειραματιστεί τόσο με το ίδιο το μέσο όσο και με τα κινηματογραφικά είδη. Από τεχνικής άποψης, το «The Artist» υιοθετεί τετράγωνο κάδρο (1,33:1), η φωτογραφία είναι λεπτομερώς προσεγμένη, έτσι ώστε να εντείνει την ψευδαίσθηση του θεατή ότι ταξιδεύει πίσω στα χρόνια του βωβού κινηματογράφου.
Το «The Artist» είναι επί της ουσίας ένα ατελείωτο gag, ένα ασταμάτητο πείραγμα και κλείσιμο του ματιού τόσο προς το θεατή, όσο και προς την ίδια την εξέλιξη της κινηματογραφικής ιστορίας. Μέσα από την αναντίρρητα μελοδραματική ιστορία του George Valentin, ξεπηδούν συνεχώς στιγμές σπαρταριστού γέλιου. Ακόμα και ο ήχος, για χάρη του οποίου γίνονται σχεδόν όλα, παρεισφρέει στην ταινία με τρόπο αναπάντεχο και ιδιοφυή. Τα πανέξυπνα ωστόσο κωμικά ευρήματα διαδέχονται οι λεγόμενες "πικρές" στιγμές της πλοκής, ενταγμένα όλα σε μία ιδανική αρμονία, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα η κωμωδία με το ρομαντικό δράμα να διαπλέκονται μοναδικά.
Αν όμως δούμε βαθύτερα, θα αντιληφθούμε πως ο Hazanavicius ανοίγει διάλογο με το ίδιο το κινηματογραφικό μέσο και με τη μακρόχρονη εξέλιξή του. Καθόλου τυχαία, διηγείται μία ιστορία τοποθετημένη σε ένα κρίσιμο μεταίχμιο, εκείνο της μετάβασης από το "βωβό" στον "ήχο", τη στιγμή που επιλέγει να γυρίσει τη συγκεκριμένη ταινία εν μέσω μίας ακόμα τεχνολογικής μετάβασης, όπου το σινεμά στρέφεται ολοένα και πιο δυναμικά προς το digital και το 3D. Το γεγονός ότι κατορθώνει να κομίσει το μήνυμα της διαχρονικότητας της κινηματογραφικής γλώσσας ανεξάρτητα από τις κατά καιρούς "κατακλυσμικές" αλλαγές (π.χ. ήχος, χρώμα) και ερχομούς (π.χ. τηλεόραση) που απειλούν να την καταστρέψουν ή να την αλλοιώσουν, αποτελεί τη μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας του Hazanavicius. Γιατί το «The Artist», δεν αποτελεί απλώς έναν φόρο τιμής στο παλιό Hollywood, ένα βαθιά νοσταλγικό φιλμ για τα χρόνια του βωβού κινηματογράφου και του swing, την εποχή του Chaplin και του Keaton ούτε μονάχα ένα υπέροχο σεμινάριο κινηματογραφικής ιστορίας για τις νεότερες γενιές θεατών.
Μεταξύ όλων των άλλων, αποδεικνύεται μία απροσδόκητη όσο και πολύτιμη υπενθύμιση ότι η ανθεκτικότητα των θεμελιωδών αρχών της κινηματογραφικής τέχνης δεν έχει να φοβηθεί καμία "φοβερή και τρομερή" τεχνολογική εξέλιξη. Και, φυσικά, μπορούμε να γελάμε άφοβα με τις εκάστοτε γραφικές Κασσάνδρες που σκούζουν, φοβούμενες πως το 3D, το digital video ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο θα μπασταρδέψουν αργά ή γρήγορα το σινεμά. Να είναι καλά ο Hazanavicius που έδειξε πανέξυπνα πως η κινηματογραφική γλώσσα είναι εκπληκτικά διαχρονική.