Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Oι Κούφιοι Άνθρωποι


Από το ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ - Υπόγειες Κινηματογραφικές 
Παραγωγές.

Πάνω στο ομώνυμο ποίημα του T.S. Eliot. 

Μουσική : Ωχρά Σπειροχαίτη.
Μετάφραση : Αριστοτέλης Νικολαΐδη



Biutiful (Alejandro Gonzalez Inarritu)




Κινηματογραφική αίθουσα :  Βακούρα 2 Καμάρα, Ι.Μιχαήλ 8   Ώρες προβολής:  23:00


Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου
Ερμηνεία: Χαβιέ Μπαρδέμ, Μαριθέλ Αλβαρες, Εντουαρντ Φερνάντεζ, Ντιαριάτου Νταφ


Η ομορφιά, γραμμένη ανορθόγραφα στα αγγλικά από ένα παιδί, έγινε τίτλος στο ρέκβιεμ του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου, στο οποίο μεγαλουργεί ο Χαβιέ Μπαρδέμ. Το «Biutiful», σχηματικά, είναι σαν φλιπσάιντ του «Vicky Cristina Barcelona». Η ταινία του Γούντι Αλεν κυλούσε σαν νοκτούρνο του Αλμπένιθ στη Βαρκελώνη των τολμηρών αρχιτεκτονικών γραμμών και των ζεστών χρωμάτων, με τον Μπαρδέμ κυρίαρχο στον ρόλο ένος απατημένου αρσενικού που θύμιζε λαβωμένο ταυρομάχο.

Στο «Biutiful» ο πρωταγωνιστής, χτυπημένος από καρκίνο του προστάτη, σε μια γκρίζα Βαρκελώνη. Η ρεαλιστική εικόνα της πόλης θα ταίριαζε σε τριτοκοσμική φαβέλα, ενώ η φανταστική παραπέμπει σε ένα απέραντο κρεματόριο με δύο τεράστια φουγάρα. Χωρίς το ντουέντε και τον ρυθμό του φλαμένκο ή τους ήχους της θάλασσας και του ανέμου.
Ο Ινιαρίτου παρασύρει τον θεατή σε ένα αλλόκοτο ταξίδι στον βυθό μιας φανταστικής θάλασσας, που ο ορίζοντάς της χάνεται βαθιά στην ψυχή του ετοιμοθάνατου ήρωά του. Οι εξαιρετικές αβάν-γκαρντ συνθέσεις του Γουστάβο Σανταολάγια ηχούν όπως ο χτύπος της ψυχής του Μπαρδέμ. Στο «Biutiful» ο Μεξικανός σκηνοθέτης («Βαβέλ», «21 γραμμάρια») ενορχηστρώνει παραλλαγές γύρω από τον θάνατο σε μια Βαρκελώνη, πύλη προς τον Αδη. Οποιος αντέξει την κατάθλιψη που εκπέμπει η ανορθόδοξη εικονογράφηση της παραθαλάσσιας ισπανικής πόλης, θα απολαύσει ένα συγκλονιστικό παιχνίδι ανάμεσα στο κοινωνικό και το υπαρξιακό δράμα.
Ο κύκλος της ανορθόγραφης ομορφιάς ανοίγει και κλείνει μέσα στην ίδια σκηνή, σε ένα χιονισμένο τοπίο όπου ο κεντρικός ήρωας, Οξιμπάλ, συναντιέται με το φάντασμα του πατέρα του. Στο ενδιάμεσο υπάρχουν κοινότοπες καταστάσεις (το δράμα της λαθρομετανάστευσης, η διάλυση της οικογένειας, η λύση του δεσμού της αδελφικής αγάπης, η έκπτωση του έρωτα, ο βιασμός της παιδικής αθωότητας) και μια μακάβρια ιστορία: η εκταφή του νεκρού πατέρα του Οξιμπάλ. Η σορός, χρόνια μετά την ταφή, είναι σαν μούμια λόγω της φορμόλης, θα αποτεφρωθεί για να πουληθεί ο τάφος. Στο κοιμητήριο θα χτιστούν νέα κτίρια.
Η γνώριμη από τους τουριστικούς οδηγούς Βαρκελώνη, που δεν τη βλέπουμε στον Ινιαρίτου, απλώνεται αργά. Ανοίγει τα θεμέλιά της, ξεθάβοντας το φάντασμα που θα οδηγήσει τον Οξιμπάλ στο τελευταίο του ταξίδι. Παράλληλα, η θάλασσα που αποτελεί τον ορίζοντα της πόλης ξεβράζει τα πτώματα Κινέζων λαθρομεταναστών... Παραμερίστε την κατάθλιψη, παρ' ολίγον αριστούργημα.

Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2011

Το Mαύρο Λιβάδι



Η Ανθή, μια έφηβη μοναχή, μεγαλώνει σε ένα γυναικείο μοναστήρι επί Τουρκοκρατίας, υπό την επίβλεψη της αυστηρής Ηγουμένης. Τη γαλήνη του μοναστηριού έρχεται να ταράξει ένας Γενίτσαρος, που καταφτάνει βαριά τραυματισμένος. Με τη συγκατάθεση της Ηγουμένης, η νοσοκόμα της μονής Πελαγία περιθάλπει τον τραυματία, εκπαιδεύοντας παράλληλα την Ανθή ως βοηθό της. Σύντομα, Ανθή και Πολεμιστής έρχονται κοντά. Εντωμεταξύ, ο Τούρκος διοικητής του Γενίτσαρου, τον αναζητά ως λιποτάκτη. Το Μαύρο Λιβάδι είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ελληνική ταινία που γυρίζεται με τη νέα ψηφιακή τεχνολογία της Red One Camera και υπόσχεται ένα εξαιρετικής ποιότητας αποτέλεσμα.Τόπος, ένα απομακρυσμένο γυναικείο μοναστήρι, γύρω στα 1600. Η Ελλάδα υπό οθωμανική κατοχή, οι δύο ήρωες ανήκουν σε αντίθετους κόσμους αλλά όχι και αντίθετα φύλα. Η μοναχή Ανθή δεν είναι παρά ένα λεπτοκαμωμένο αγόρι που οι γονείς του έχουν οδηγήσει εκεί για να γλιτώσει από το παιδομάζωμα. Κανείς, εκτός από την ηγουμένη, δεν γνωρίζει το μυστικό ώς τη στιγμή που ένας γενίτσαρος πέφτει τραυματισμένος στην πύλη της μονής και οι μοναχές αποφασίζουν να τον περιθάλψουν. Ανάμεσα στον αιχμάλωτο και τη σιωπηλή Ανθή γεννιούνται η φλόγα και το βάσανο. Ο γενίτσαρος θα ανακαλύψει την αλήθεια όταν οι δυο τους κλεφτούν και αποδράσουν.Ο αδιέξοδος έρωτας γεμίζει με οργή τον άντρα, γίνεται τυραννικός στο αγόρι στην προσπάθειά του να το εκπαιδεύσει για να πολεμάει και να επιβιώνει. Δύο άνθρωποι θύματα του παιδομαζώματος: ο ένας μεγαλώνει σαν κορίτσι και ο άλλος απάγεται από ελληνικό χωριό και μεταμορφώνεται σε τουρκική πολεμική μηχανή. Η συνάντησή τους, σαν σπασμός και σαν κραυγή. Παλεύουν για να αγγίξουν ο ένας τον άλλον, η δύναμη και η αδυναμία αλλάζουν συχνά μέτωπο, όπως και ο πόθος και η συντριβή.Σ' αυτήν την εικαστικά λυρική ταινία, η εποχή -όσο δηλώνεται- προσφέρει το υπόβαθρο για τη διερεύνηση της ταυτότητας μέσα σε συνθήκες φόβου, βαρβαρότητας και διαρκούς απειλής. Οι μοναχές, εγκλωβισμένες σε μια σάρκα που μαραίνεται χωρίς να απολαμβάνει. Οι δύο άντρες, εγκλωβισμένοι σε μια φύση που συγκρούεται με τους κανόνες, λοξοδρομώντας στο συναίσθημα και στο ένστικτο.Το σκηνογραφικό μέρος (ως προς το ντεκόρ και τη φωτογραφία, όχι ως προς την ιστορική πιστότητα) είναι εντυπωσιακά άρτιο. Ο 39χρονος σκηνοθέτης διαθέτει αίσθηση του χώρου και των σωμάτων.Οταν ο φακός εστιάζει στα δύο πρόσωπα, η ταινία θερμαίνεται και αποκτά ενέργεια. Οταν κινηματογραφεί σύνολα (όπως οι σκηνές με τις μοναχές), προδίδεται η απειρία του σκηνοθέτη στην καθοδήγηση και στην κίνηση των ηθοποιών.

Σημείωμα σκηνοθέτη

Το Μαύρο Λιβάδι είναι μια λυρική ατμοσφαιρική ταινία με ελλειπτική γραφή. Μιλάει για δυο ανθρώπους με λανθάνουσες ταυτότητες που μπλέκουν σε ένα αδιέξοδο έρωτα. Ενώ η ιστορία συμβαίνει το 1600, η κινηματογράφηση και το θέμα της ταινίας είναι τελείως σύγχρονα: η αγωνία να βρεις το ποιος είσαι, η επιθυμία να ελευθερωθείς από τους περιορισμούς της κοινωνίας και η εξερεύνηση του ερωτισμού και της σεξουαλικής σου ταυτότητας. Στυλιστικά η ταινία ακολουθεί το ύφος των ταινιών του Τέρενς Μάλλικ (Λεπτή κόκκινη γραμμή). Η ιστορία είναι αρχετυπική. Η διήγηση γίνεται χρησιμοποιώντας δυνατές εικόνες, αναμιγνύοντας τις αισθήσεις, την ομορφιά, το φόβο, την ανθρωπιά κι ένα είδος μυστικιστικού υπνωτισμού. Η μεταφυσική ποιότητα κι η ιερότητα που διαχέει τους ήρωες και το σύμπαν στο οποίο ανήκουν ελπίζω να χαρακτηρίσουν στο τέλος την αίσθηση που μεταδίδει η ταινία...


Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

Μαμούθ - Μπενουά Ντελεπίν, Γκυστάβ Κερβέρν




Κινηματογράφος ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΝ από 24/03 εώς 30/03

Καθώς κλείνει τα 60, ο εργάτης Μαμούθ ετοιμάζεται για συνταξιοδότηση. Δουλεύει σκληρά από τα 16 του, χωρίς να έχει λείψει ούτε μια μέρα, χωρίς να έχει αρρωστήσει ποτέ. Όταν επαξίως πηγαίνει να ζητήσει τη σύνταξή του, πέφτει πάνω στο ανυπέρβλητο τείχος της γραφειοκρατίας. Ανακαλύπτει ότι πολλοί απ’ τους πρώην εργοδότες τους είχαν «ξεχάσει» να τον δηλώσουν στο ασφαλιστικό ταμείο. Προκειμένου να λάβει ολόκληρη τη σύνταξή του, δεν έχει άλλη επιλογή παρά να τους βρει και να ζήσει έγγραφη υπεύθυνη δήλωση για τα δεδουλευμένα. Επιστρέφει, έτσι, στα μέρη της νιότης του, σ’ ένα ταξίδι που θα τον φέρει κοντά σε πρώην εργοδότες, φίλους κι από καιρό χαμένους συγγενείς. Στο δρόμο, συνειδητοποιεί ότι οι άνθρωποι πάντα τον θεωρούσαν έναν απολίτιστο βλάκα. Πνιγμένος στις αμφιβολίες, νιώθει ότι η αναζήτηση των επίμαχων εγγράφων γίνεται όλο και πιο μάταιη. Η σωτηρία έρχεται από τη νεαρή ανιψιά του, η οποία ξυπνά τον ευτυχισμένο ποιητή που κρύβεται μέσα του. Αντί να παραιτηθεί στα γηρατειά και στο θάνατο, ο Μαμούθ αποφασίζει ν’ αδράξει τη ζωή και να κάνει μια καινούργια αρχή.

Απολαυστικό, με ωραία γκαγκ, ρόουντ-μούβι, με τον Ντεπαρντιέ στον ρόλο ενός συνταξιούχου που ταξιδεύει με τη μοτοσικλέτα του για να μαζέψει αποδείξεις για προηγούμενες απασχολήσεις, που χρειάζεται ώστε να πάρει πλήρη σύνταξη.

ΟΖεράρ Ντεπαρντιέ δεν έπαψε να μας εκπλήσσει με τους ρόλους του. Τη φορά αυτή ερμηνεύει τον Σερζ Πιλαρντός, έναν παχουλό, με μακριά χαίτη -θυμίζοντας τον Μίκι Ρουρκ του «Παλαιστή»- πρώην υπάλληλο σε σφαγείο. Οταν συνταξιοδοτείται, αφήνει πίσω τη γυναίκα του, Κατρίν (η έξοχη Γιολάντ Μορό), καβαλάει την παλιά μοτοσικλέτα του, το «Μαμούθ», και ξεκινά, α λα ξένοιαστος καβαλάρης, σ' ένα ταξίδι αναζήτησης των αποδείξεων παλιών απασχολήσεών του, που θα του επιτρέψουν να πάρει πλήρη σύνταξη.
Αφορμή για μια σειρά συναντήσεις με περιθωριακά, κάπου κάπου εκκεντρικά, πρόσωπα και τη δημιουργία καταστάσεων στημένων με αγάπη, χιούμορ και οπτικά γκαγκ, με τον Σερζ-Ντεπαρντιέ να παρακολουθεί ψύχραιμα, χωρίς συχνά να αντιδρά, τις διάφορες αλλόκοτες καταστάσεις και να θυμάται το όμορφο κορίτσι (Ιζαμπέλ Αντζανί), που νεαρός είχε σκοτώσει σε τροχαίο με τη μηχανή του. 
*Γαλλία, 2009. Σκηνοθεσία-σενάριο: Μπενουά Ντελεπίν & Γκιστάβ Κεβέρν. Ηθοποιοί: Ζεράρ Ντεπαρντιέ, Γιολάντ Μορό, Αννα Μουγκλαλίς, Ιζαμπέλ Αντζανί, Μις Μινγκ. 92'


Σάββατο, 26 Μαρτίου 2011

Φιλιά εις τα παιδιά (του Βασίλη Λουλέ)




Πέντε φωλίτσες μέσα στη δίνη του πολέμου, πέντε κρυφοί παράδεισοι μακριά από τη φρίκη του Ολοκαυτώματος.

Το ντοκιμαντέρ  Φιλιά εις τα παιδιά του Βασίλη Λουλέ καταγράφει τις μαρτυρίες πέντε εβραίων, οι οποίοι έζησαν την παιδική τους ηλικία στην Ελλάδα της γερμανικής κατοχής και σώθηκαν από βέβαιο θάνατο, χάρη στην προστασία που τους προσέφεραν χριστιανικές οικογένειες. Αφορμή για να καταπιαστεί ο σκηνοθέτης με τις συγκεκριμένες ιστορίες, στάθηκε μια έκθεση ντοκουμέντων και φωτογραφιών που πραγματοποιήθηκε το 2004 στο Εβραϊκό Μουσείο της Αθήνας. Εκεί ο δημιουργός γνώρισε τους πέντε πρωταγωνιστές, οι οποίοι έμελλε να γίνουν οι καθημερινοί του σύντροφοι για τα τρία χρόνια που διήρκεσαν τα γυρίσματα της ταινίας.  Ο σκηνοθέτης δήλωσε «Ήταν εύκολο να μου ανοιχτούν. Αυτό που προσπάθησα και κατάφερα ήταν να τους φέρω πίσω σε εκείνη την εποχή, να γίνουν τα παιδιά του τότε, μέσα σε σώματα ενηλίκων. Αυτός είναι και ο μεγάλος πλούτος της ταινίας, το γεγονός ότι μιλούν με τόση άνεση»

Ο φακός  του σκηνοθέτη ρίχνει φως σε άγνωστες πτυχές της ιστορίας των ελλήνων  εβραίων που έζησαν την εποχή  του Ολοκαυτώματος και εστιάζει στη ζωή των μικρών παιδιών  που αναγκάστηκαν να ενηλικιωθούν πολύ νωρίς.

Οι μαρτυρίες που περιλαμβάνονται στο ντοκιμαντέρ είναι συγκινητικές και μεταφέρουν τον θεατή στην εποχή της γερμανικής κατοχής. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα κατά το οποίο η Ρόζα, μια από τις πρωταγωνίστριες της ταινίας, παιδί τότε, κρυβόταν στην πολυκατοικία της οδού Τσιμισκή 133 και έβλεπε από το παράθυρο να περνά μια φάλαγγα εβραίων, στην οποία βρίσκονταν ο πατέρας και η γιαγιά της. 

Σκηνοθεσία: Βασίλης Λουλές
Σενάριο: Βασίλης Λουλές
Διάρκεια: 124'

Déjà Vu - Κάφκα Φραντς



Μια κωμική ιστορία εμπνευσμένη από μοτίβα έργων του Φραντς Κάφκα
Déjà Vu - Κάφκα Φραντς
Πρώτη Παρουσίαση: Μονή Λαζαριστών - Μικρό θέατρο, 04/03/2011
Είναι γνωστό ότι ο Φραντς Κάφκα πήγαινε στο θέατρο.
Γνωστό επίσης είναι, πως ήταν κρυφά ερωτευμένος με κάποια πρωταγωνίστρια, ενός εβραϊκού περιπλανώμενου θεατρικού μπουλουκιού.

Ωστόσο, ο Kafka δεν έγραψε ποτέ για το θέατρο (με εξαίρεση ένα μικρό πεζογράφημα, σε μορφή δραματικού διαλόγου). Ο κόσμος του θεάτρου τον τραβούσε, αλλά την ίδια στιγμή τον φόβιζε, ήταν ένας κλειστός ακατανόητος κόσμος. 

Προσπάθησα λοιπόν να φανταστώ… Τι παράσταση θα άρεσε στον Φραντς Κάφκα; Αν έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και ερχόταν σήμερα στο θέατρο - εδώ στη Θεσσαλονίκη!

Το "υλικό" που αποτέλεσε τον καμβά – αυτής της παράστασης - είναι το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος «Αμερική», καθώς κι ένα μικρό διήγημα του, «Η αδελφοκτονία». 

(απόσπασμα απο το σημείωμα του σκηνοθέτη)

ΣυγγραφέαςΚάφκα, Φραντς



Ιράκ, Πόλεμος, αγάπη, Θεός και τρέλα




Το ντοκιμαντέρ Ιράκ, Πόλεμος, αγάπη, Θεός και τρέλα συνοδεύει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας του Μοχάμεντ Αλ- Νταράτζι, Όνειρα, και καταγράφει τις δριμείες συνθήκες κάτω από τις οποίες γυρίστηκε η δεύτερη στη Βαγδάτη το 2005. Εξιστορεί τις δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν ο σκηνοθέτης, οι ηθοποιοί και το συνεργείο του για να ολοκληρώσουν την ταινία, όπως βομβαρδισμούς, φυλάκιση, ανακρίσεις και τραυματισμούς. Καθώς η κινηματογραφική κάμερα τρέχει, ένας ολόκληρος κόσμος ξεδιπλώνεται μπροστά μας – η αυθεντική εικόνα της κατεχόμενης Βαγδάτης αναδύεται και η μάχη των κινηματογραφιστών αντικατοπτρίζει τη μάχη ενός ολόκληρου έθνους και του λαού του.


Σκηνοθεσία: Μοχάμετ Αλ-Νταράτζι
Σενάριο: Mohamed Al-Daradji
Με τους: Mohamed Al-Daradji, Bashir Al-Majid, Aseel Adel
Διάρκεια: 72 λεπτά


Attenberg




Εάν δεν επικοινωνούσαν με λέξεις, οι ήρωες του Attenberg, θα μπορούσαν κάλλιστα να ερμηνεύονται από κάθε λογής ζώο, με μόνη καθοδήγηση το ένστικτο. Σαν σε ένα ζωικό ντοκιμαντέρ, στα πρότυπα της δουλειάς του Sir David Attenborough (την προφορά του οποίου "διαμελίζει" ο τίτλος του φιλμ), η Αθηνά Τσαγγάρη απωθεί στερεότυπα αφήγησης που έχουν να κάνουν με χαρακτήρες του είδους μας και κινηματογραφεί με μια ψυχρότητα παρατηρητή, ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τις αποκλίσεις του ορμέμφυτου. 


Η Μαρίνα, από Γαλλίδα μάνα, δε μιλά σωστά τη γλώσσα (ούτε καν εκείνη του σώματος), δεν ξέρει τι είναι το σεξ, σιχαίνεται την ανταλλαγή στοματικών υγρών, προτιμά τις γυναίκες (περισσότερο σαν φιλική ταύτιση παρά ως σεξουαλική ταυτότητα) και κινδυνεύει να χάσει κάθε επαφή με τον κόσμο μας λόγω του επερχόμενου θανάτου του father figure - Σπύρου, ο οποίος αναλαμβάνει τη σύντομη αποστολή της «μύησης» στη... συνύπαρξη, με συνεργό τη Μπέλα, τη μοναδική - αν και εντελώς αντίθετη σε συμπεριφορά - φιλενάδα της. Όλο αυτό το αρχικό μέρος του φιλμ που αφορά στο θνητό βίο, τη γνωριμία του έρωτα και άλλων ανησυχιών μιας κοριτσίστικης, "ευαίσθητης" ηλικίας (στα twentysomething), βρίσκει το αντίβαρό του στην αρνητική εξέλιξη της υγείας του πατέρα, ο οποίος αφήνει στη Μαρίνα την ακόμη πιο άχαρη "κληρονομιά", να τον σκορπίσει στη θάλασσα σαν... στάχτη. Καθώς το θανατικό παίρνει το πάνω χέρι, η μέχρι πρότινος εκκεντρική ή μίνιμαλ πλευρά της αφήγησης μετατρέπει το ψυχρό ή ζωώδες σε ανθρωπολογική μελέτη με αναπάντεχο βάθος στο συναίσθημα, που σε κάνει να βγαίνεις από την αίθουσα κάπου μεταξύ του βουρκώματος ή των λυγμών! Ο ελεγειακός τόνος του Attenberg αγκαλιάζει ολόκληρο το φιλμ και συνδέει τα κενά ή τις πιθανές ελλείψεις ενός σεναρίου που, εν τέλει, βρίσκει το στόχο του... εκ των έσω. 


Από την συμπεριφορική παρθενία του νεοφερμένου σε τούτο τον κόσμο, στα άτσαλα βήματα της μαθητείας (μέσα κι έξω από την οικογένεια), την αποσύνθεση της ωριμότητας και τη μη αναστρέψιμη φυσική μας κατάληξη. Σταθμοί που μας συστήνουν οι χαρακτήρες της Τσαγγάρη. Γνώριμοι, βιωμένοι, σχεδόν τρομακτικοί, που για μερικούς από εμάς δε βγάζουν νόημα, ούτως ή άλλως. Σαν τον τίτλο του φιλμ, που από επώνυμο ανθρώπου, πέρασε μέσα από ένα «σπασμένο τηλέφωνο», για να καταλήξει σε μια συρραφή γραμμάτων χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το παραμικρό. Αλλά και η ζωή, τι νόημα έχει; Αφού όλα πεθαίνουν στο τέλος. Μαυρίλα και πεσιμισμός που γεννούν την αποστροφή του θεατή για ένα κινηματογραφικό έργο; Αν επιτρέψεις στον εαυτό σου να αισθανθεί μια ταινία σαν το Attenberg, αντί ανταμοιβής, σε περιμένει το πιο θετικό συναίσθημα που θα βιώσεις παρακολουθώντας μια ελληνική ταινία φέτος. Κι αυτό απέχει τόσο πολύ από το ζοφερό και τα συντρίμμια του κόσμου στον οποίο θα επιστρέψεις, εκεί έξω...


Πλατόνοφ του Άντον Τσέχοφ (Εθνικό Θέατρο)





Μεγαλόσχημοι έρωτες, συζητήσεις για χρέη και γραμμάτια, ποτό, πλήξη και μονοτονία συνθέτουν το σκηνικό της ζωής των καλεσμένων στη βεράντα της γοητευτικής χήρας Άννας Πετρόβνα. Μέχρι την άφιξη του νεαρού δάσκαλου Πλατόνοφ, που θα λειτουργήσει καταλυτικά στη λιμνάζουσα καθημερινότητα των υπολοίπων. Όμως, το φως που εκπροσωπούσε άλλοτε ο γοητευτικός ήρωας φαίνεται τώρα να θαμπώνει, αφού ο Πλατόνοφ σπαταλά τον καιρό του διασκεδάζοντας με τις αδυναμίες των άλλων και βάζοντας σε δοκιμασία τις δικές του. Τέσσερις γυναίκες θα βρεθούν στη δίνη της γοητείας του. Το επικίνδυνο παιχνίδι του θα έχει αναπόφευκτες συνέπειες για όλους.



Στο πρώιμο έργο του Πλατόνοφ, ο Τσέχοφ προετοιμάζει και επεξεργάζεται τα κυρίαρχα θεματικά μοτίβα που θα τον απασχολήσουν στο μέλλον. Οι ήρωές του οδηγούνται από τα πάθη, τις αδυναμίες και τα ελαττώματα της ανθρώπινης φύσης, οι προσδοκίες διαψεύδονται από την πράξη, η ζωή παγιδεύεται σε μια ατελέσφορη αναζήτηση ευτυχίας. Κωμικότητα και δραματικότητα εναλλάσσονται χωρίς διακοπή, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. 

Το χρονολογικά παλαιότερο αυτό δείγμα του μοναδικού ταλέντου του Τσέχοφ σκηνοθετεί στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» ο γνωστός με τη διπλή του –κινηματογραφική και θεατρική– σκηνοθετική ιδιότητα, πολυβραβευμένος για τονΚυνόδοντα, Γιώργος Λάνθιμος. 

Η παράσταση θα βασιστεί σε μια σύγχρονη μεταφορά του έργου από τον Ντέιβιντ Χέαρ και θα υπηρετηθεί από ένα δυναμικό σύνολο νέων ηθοποιών.






Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Son of Babylon (του Mohamed Al-Daradji)




"Τρεις βδομάδες μετά την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ, ο Άχμεντ, ένας ζωηρός δωδεκάχρονος Κούρδος, ταξιδεύει με τη γιαγιά του σε αναζήτηση του πατέρα του, Χουσεΐν, στρατιώτη που αγνοείται από τον Πόλεμο του Κόλπου. Λέγεται ότι πολλοί φυλακισμένοι στρατιώτες βρέθηκαν ζωντανοί στα νότια της χώρας κι έτσι το δίδυμο εγγονού-γιαγιάς ξεκινά το επίπονο ταξίδι του προς τη Βαβυλώνα. Στο δρόμο ανακαλύπτουν μια χώρα υπό διάλυση και δημιουργούν αναπάντεχες φιλίες. Σιγά σιγά, ανασυνθέτουν τα βήματα του ίδιου του Χουσέιν – αυτά που τόσα χρόνια πριν τον οδήγησαν σ’ αυτόν τον καταστροφικό πόλεμο."

O συμπαθέστατος σκηνοθέτης Mohamed Al-Daradji, εξήγησε πόσο σημαντική είναι η ταινία για αυτόν και τη χώρα του, πως τα προβλήματα στα γυρίσματα καθυστέρησαν  την ολοκλήρωση της για τουλάχιστον 4-5 χρόνια και πως γενικά αποτελεί κατάθεση ψυχής, παροτρύνοντας μας να υπογράψουμε στις σχετικές με το λεπτό θέμα που θίγει η ταινία, λίστες που θα μας περιμένουν στην έξοδο

Η ταινία αποτελεί ένα οδοιπορικό στο διαλυμένο Ιράκ, λίγο καιρό μετά την  πτώση του Σαντάμ. Μια γιαγιά και ο μικρός εγγονός της, αναζητούν το χαμένο πατέρα του, σε έναν τόπο που πραγματικά βρίσκεται σε χάος. Ομαδικοί τάφοι έρχονται στην επιφάνεια καθημερινά, οι κρατικοί μηχανισμοί απλά απουσιάζουν και οι αγνοούμενοι ανέρχονται σε εκατομμύρια. Το Son of Babylon που έκανε μια αξιοσημείωτη πορεία σε μικρά φεστιβάλ και απέσπασε ότι σχετικό με Peace Award σε μεγαλύτερα, μπορεί να μην δίνει τελικά  την εντύπωση ενός έργου ζωής, αλλά σε γενικές γραμμές συγκινεί και παρουσιάζει μια κατάσταση που δεν θα συναντήσεις σε κανένα δελτίο ειδήσεων.



The Tree | Julie Bertuccelli




Το Δέντρο που Ψιθύριζε, (The Tree) είναι ο τίτλος της ταινίας της Ζιλί Μπερτουτσελί με τους Σαρλότ Γκένσμπουργκ, Μάρτον Κσόκας.

Η Ντoν (Σαρλότ Γκαινσμπούργκ) και ο Πίτερ (Άντεν Γιάνγκ) ζουν μαζί με τα παιδιά τους σε ένα σπίτι έξω από την πόλη. Στη μέση του πλούσιου κήπου τους ξεχωρίζει το αγαπημένο σημείο των παιδιών.
Ένα τεράστιο δέντρο του οποίου τα κλαδιά φτάνουν ψηλά στον ουρανό και οι ρίζες του είναι πάνω από το έδαφος.
Μια νύχτα, ο Πίτερ πεθαίνει από καρδιακή προσβολή, συντρίβοντας το αυτοκίνητό του στο κορμό του δέντρου.
Η Νταν μένει μόνη να μεγαλώσει τα τέσσερα παιδιά της. Όλοι τους προσπαθούν να βρουν την θαλπωρή κάτω από το δέντρο τους, το οποίο αρχίζει να κάνει όλο και πιο αισθητή την παρουσία του στις ζωές τους.
Η κόρη της Σιμόν (Μοργκάνα Ντέιβις), πιστεύοντας ότι ο νεκρός πατέρας της, της ψιθυρίζει μέσα από τα φύλλα του, σκαρφαλώνει στο δέντρο και αρνείται να κατέβει από εκεί.
Καθώς όμως το δέντρο μεγαλώνει επικίνδυνα, τα κλαδιά του απειλούν το σπίτι και οι ρίζες του καταστρέφουν τα θεμέλιά του, τα μέλη της οικογένειας καλούνται να πάρουν μία απόφαση αν θέλουν να συνεχίσουν τη ζωή τους.
Η ταινία αποτελεί την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου της Judy Pascoe «Our Father Who Art in the Tree».

Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της Julie Berucelli, μετά το «Από Τότε Που Έφυγε Ο Οτάρ», που απέσπασε 11 βραβεία ανάμεσα στα οποία το Μεγάλο Βραβείο της Εβδομάδας Κριτικής (La Semaine de la Critique) του Φεστιβάλ των Κανών το 2003 και το Σεζάρ Καλύτερης Πρώτης Ταινίας.

To «The Tree», επιλέχθηκε να προβληθεί εκτός συναγωνισμού, ως closing film στις 23 Μαΐου κατά την τελετή λήξης του Φεστιβάλ των Κανών.



.

Άρης Ράμμος “Release”




Άρης Ράμμος “Release”

Εγκαίνια Τετάρτη 23 Μαρτίου 2011

Ο Άρης Ράμμος με την φωτογραφική σειρά-τυπολογία “Release” απομονώνει πρόσωπα καθημερινών ανθρώπων της πόλης τα όποια φωτογραφίζει σε στιγμές συγκινησιακής φόρτισης. 

Οι φωτογραφίες είναι απαλλαγμένες από χωροχρονικές αναφορές, πρόκειται για ψυχικά πορτρέτα όπου η πρόθεση σχετίζεται με την καταγραφή μιας έντονης ενδοσκοπικής διαδικασίας κατά την όποια οι φωτογραφιζόμενοι αποδέχονται να παραδώσουν την ευάλωτη πλευρά τους στον φωτογραφικό φακό, ανασύροντας προσωπικά βιώματα άγνωστα στο θεατή. 

Οι πρωταγωνιστές μοιάζουν να αναγεννιούνται ξεσπώντας σε δάκρυα ανακούφισης, έτσι το βλέμμα γίνεται το σημείο συναίσθησης του θεατή με τον εικονιζόμενο. 

Ο Άρης Ράμμος με πολυετή εμπειρία στον επαγγελματικό χώρο της διαφημιστικής φωτογραφίας μεταφέρει αισθητικά στοιχεία της σε αυτό το εικαστικό εγχείρημα δημιουργώντας υπερρεαλιστικές εικόνες μέσα από μια ιδιότυπη αισθητικοποίηση που μας φέρνει πιο κοντά στην δύσκολη αποδοχή του ωμού συναισθήματος του ψυχικού πόνο
υ.





Πέμπτη, 24 Μαρτίου 2011

Unmade beds



Σκηνοθεσία: Alexis Dos Santos
Παραγωγής: England 
Διάρκεια: 92'


Ο άστατος, άτσαλος και μικρόσωμος Axl καταφτάνει στο Λονδίνο για να γνωρίσει τον πατέρα του. Για να βάλει τέλος στην τραυματικά διαρκή παρουσία μιας απουσίας. Η Vera, ταλαιπωρημένη από τον έρωτα, επανανακαλύπτει διστακτικά το ρομαντισμό. Οι δυο τους ζουν στο ίδιο κοινοβιακό art house στην καρδιά της πόλης. Ξένοι σε ξένη χώρα. Τόσο οικείοι μέσα στην εσωτερική, άνευ διακρίσεων, χώρα.

Το Unmade Beds είναι μια μεταεφηβική ματιά πάνω σ' έναν γηρασμένο κόσμο, ένας εξωφρενικός βόμβος αυταπάρνησης. Ξερνάει οφθαλμούς και ήχους αλλότριους. Μια μουσική σύμπραξη που υπογράφεται από μια πλειάδα συγκροτημάτων. Από το εσωτερικό κλάμα τωνTindersticks(Cherry Blossoms), στο ηδονικό παραλήρημα των Mary and the Boy(Fuck Me) ως τη συμφιλιωτική άβυσσο των Good Shoes(We Are Not The Same). Ήχοι ακουστικά αταίριαστοι. Το ταίριασμα και η αρμονία δεν είναι ο σκοπός. Σκοπός η χειραφέτηση. Από το σκοπό!

Tο Unmade Beds, με αυτά τα δεδομένα, είναι... κάτι σαν ταινία. Στον κινηματογράφο, την εκάστοτε δημιουργία μπορούμε να την ορίσουμε και ως μια οπτικοακουστική οντότητα. Η σύνθετη λέξη οπτικοακουστική δηλώνει το ξέχωρο της εικόνας από τον ήχο. Κάτι που είναι αντιληπτό και από την πρωταρχική διαδικασία της κινηματογράφησης, όπου υπάρχουν ξεχωριστά κανάλια ήχου και εικόνας. Η εικόνα, στη συντριπτική πλειοψηφία, θεωρείται το πρωτεύον υλικό. Ο ήχος, ή η μουσική, έρχεται δεύτερος και κουμπώνει πάνω στην εικόνα. Ο ήχος μπορεί να είναι το κονσέρτο "μουσικών χτύπων" που παράγεται από την αλληλεπίδραση των αντικειμένων μέσα στο ρεαλιστικό πλαίσιο της αφήγησης. Σε μια πιο ποιητική προσέγγιση, η μουσική μπορεί να παράγεται σημασιολογικά ως η προέκταση της εσωτερικότητας της εικόνας. Ή, και στην συνήθη επιτηδευμένη χρήση, να υπαγορεύει την εσωτερικότητα της εικόνας. Από την άλλη, σε πιο σπάνιες περιπτώσεις, όπως τα μιούζικαλ, η μουσικουργία αποκτά ρόλο αφηγητή προωθώντας τη δράση μέσα από τον εαυτό της. Το Unmade Beds όμως, δεν ανήκει σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες. Ο Alexis Dos Santos, ανά τμήματα, δίνει την οριστική κυριαρχία της μουσικής έναντι της εικόνας, επιτυγχάνοντας ένα καινοφανές αποτέλεσμα. Η εικόνα, φορμαλιστικά κεντημένη, ακομπλεξάριστα και συνειδητά συνοδεύει τους ήχους σαν ένα καλλιτεχνικό βιντεοκλίπ. Ο νεαρός σκηνοθέτης αρνείται τον σκόπελο της ενότητας της αφήγησης. Αντί αυτού, μετατοπίζει το εγκεφαλικό επίπεδο της παραδοσιακής αφήγησης, μέσω της πειραματικής μουσικής υπόκρουσης, προς ένα πιο διαισθητικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, αρνείται να στουμπώσει την ιδιαιτερότητα της διαίσθησης με κοινές και φθαρμένες λέξεις. Το Unmade Beds δεν είναι όμως ούτε μια μουσική ταινία. Μάλλον χαρακτηρίζεται καλύτερα από το ακουστικοοπτική οντότητα!

Η μουσική, μέσα από τους πολύμορφους αντισυμβατικούς χτύπους, πολεμά για να δώσει μια πιο ευρύχωρη εικόνα του κόσμου που την περιβάλλει. Να φτιάξει ένα σημείο στίξης, μια άνω τελεία, για να αισθανθείς: Το δάκρυ κάτω από τις ανθισμένες κερασιές, τη διστακτικότητα και το άγχος ενός πικ απ πάνω από χαραγμένες μνήμες βινυλίου, την οικειότητα πλάι σ' έναν ξένο. Για να αισθανθείς την πραγματικότητα με την ακρίβεια του απερίγραπτου, απαλλαγμένος από τους στενόχωρους κόμπους του συγκεκριμένου.


Και αν επιζητούσαμε μια συνολική μικρογραφία της εν λόγω ταινίας, αυτή θα συμπυκνωνόταν στην ιδέα του κοινόβιου. Ενός κοινοβίου που δεν παράγεται ως μια βιοποριστική διέξοδος. Αλλά υπάγεται σε μια αναγκαία γλώσσα έκφρασης μέσα σ’ ένα σύμπαν έντονης πνευματικής ανησυχίας. Εφηβικής ανησυχίας. Ένα χάος ανθρώπινης γεωγραφίας. Που μην το μετράτε σαν αδυναμία. Αλλά ως μια στιβαρή, άνευ φανατισμού, φυσική και ρομαντική αναρχία. Ένας τρόπος έκφρασης της μοναδικότητας του χώρου και του τόπου. Την οριστική δικαίωση της διαφορετικότητας, και ταυτόχρονα την οριστική αναίρεσή της, μέσα από την αυτόματα κατακτημένη ισότητα της μοναδικότητας! Ο έρωτας είναι το χάος...


    


Spike Jonze's "I'm Here" - Short Film




Πρόκειται για μια ιστορία αγάπης  μεταξύ  ‘’ανθρώπων ρομπότ’’.  Εξυμνεί  μια ζωή που εμπλουτίζεται από τη δημιουργικότητα.  Στο σύγχρονο Λος Άντζελες, όπου η ζωή κινείται σε φαινομενικά κανονικό ρυθμόκάποιοι από τους κατοίκους  ρομπότ ‘’τολμούν’’ να αγαπήσουν…. Ένας άνδρας ρομπότ, βιβλιοθηκάριος,  ζει μια μοναχική ζωή γεμάτη ρουτίνα. Στερείται της  δημιουργικότητας, της χαράς και του πάθους - μέχρι που συναντά ένα τολμηρό και ελεύθερο πνεύμα, ένα θηλυκό ρομπότ. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Βρετανός ηθοποιός Andrew Garfield και  η Sienna Guillory.


Πρόκειται για μια ταινία που συνδυάζει τον έρωτα και την παραμόρφωση. Γεμάτο σουρεαλιστικά στοιχεία, παρουσιάζει την αποξένωση των πόλεων και τις δυσκολίες που συναντά κάποιος στα μονοπάτια του έρωτα.

Σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο οραματιστής  σκηνοθέτης και καλλιτέχνης SpikeJonze. Η ταινία κρατάει 31 λεπτά.